«Όταν ταξιδέψαμε στον Άθω, ήμασταν μια ομάδα τεσσάρων προσκυνητών. Την ημέρα της γιορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στις 6.30 το πρωί, αναχωρήσαμε από την Ουρανούπολη με το πλοίο Αγία Άννα. Πρώτος σταθμός μας ήταν η Ιερά Μονή Διονυσίου. Ήδη από το πλοίο αρχίσαμε να συζητάμε και να οργανώνουμε το πρόγραμμα που θα ακολουθούσαμε κατά τη διάρκεια της παραμονής μας. Παράλληλα, θαυμάζαμε την ευσέβεια των συνταξιδιωτών μας, οι οποίοι προτού καθίσουν στις θέσεις τους, προσευχήθηκαν και προσκύνησαν με ευλάβεια τη μεγάλη εικόνα της Αγίας Άννας. Ήδη από την πρώτη στιγμή του ταξιδιού, πριν ακόμη πατήσουμε το πόδι σας στην ιερή γη του Άθω, αισθανόμασταν τη γαλήνη και τη φροντίδα της Παναγίας. Οι σκέψεις μας μαλάκωσαν και τα συναισθήματά μας ομόρφυναν.
Διασχίσαμε τις αθωνικές ακτές, περνώντας από τις μονές Δοχειαρίου, Ξενοφώντος, Αγίου Παντελεήμονα, Ξηροποτάμου, Σιμωνόπετρας και Γρηγορίου. Νιώσαμε την ανάγκη να προσευχηθούμε και να μετανοήσουμε.

Όταν τελικά φτάσαμε στη μονή Διονυσίου, δεν βρήκαμε κανέναν. Ήταν ακριβώς 9 το πρωί και όλοι είχαν συγκεντρωθεί στην εκκλησία, όπου τελούνταν ακόμα η αγρυπνία για τη γιορτή. Δεν θέλαμε να χάσουμε ούτε λεπτό. Αφήσαμε τα πράγματά μας και ακολουθήσαμε τους μοναχούς. Τη Θεία Λειτουργία τέλεσε ο ηγούμενος του μοναστηριού Πέτρος.
Ο πολύ χαμηλός τόνος της φωνής του επιβεβαίωνε τον κατανυκτικό χαρακτήρα του αθωνικού τελετουργικού. Οι μοναχοί δόξαζαν και παρακαλούσαν σιωπηλά τον Κύριο. Όταν τελείωσε η λειτουργία ανεβήκαμε στο αρχονταρίκι. Εκεί, μετά το συνηθισμένο αθωνικό κέρασμα, λουκούμι και ρακί, μας οδήγησαν σε ένα δωμάτιο, δίπλα από ένα μπαλκόνι με υπέροχη θέα. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένας χώρος υποδοχής και μια βιβλιοθήκη για τους επισκέπτες.
“Γνωρίζετε το θαύμα που συντελέστηκε πριν από πολλά χρόνια εδώ, σε αυτό το μικρό μπαλκόνι;” μας ρώτησε ένας από τους προσκυνητές που είχαν σταματήσει και χάζευαν τη θέα. Μας είπε τότε την ακόλουθη ιστορία:
“Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, πριν από μερικά χρόνια, ένας δόκιμος νεαρός μοναχός βρισκόταν στη βιβλιοθήκη. Καθάριζε και τακτοποιούσε τα βιβλία. Κοιτάζοντας από το παράθυρο, είδε τη μορφή ενός μοναχού να κατευθύνεται προς το σημείο που είμαστε τώρα. Βγήκε για να του μιλήσει, θεωρώντας πως ήταν κάποιος αδελφός από την κοινότητά του. Ωστόσο, με το που ξεπρόβαλε στην πόρτα, είδε την εικόνα του μοναχού να διαλύεται μπροστά στα μάτια του.
Τρεμάμενος και γεμάτος φόβο για τις απάτες του διαβόλου, ειδοποίησε αμέσως τον πρώτο αδελφό που συνάντησε στον δρόμο του. Εκείνος, όντας πολύ μεγαλύτερός του και έχοντας ζήσει περισσότερο καιρό στο μοναστήρι, τον ηρέμησε, λέγοντας: “Μη φοβάσαι. Ο Πρόδρομος επισκέπτεται συχνά το μοναστήρι μας, το αγαπά πολύ και είναι προστάτης του”.
Η ιστορία αυτή μας εντυπωσίασε. Δεν ήταν μόνο το μεγαλείο της πίστης, η παρουσία του Τιμίου Προδρόμου και η ιερότητα του τόπου. Πολύ περισσότερο ήταν η φυσικότητα και η σιγουριά με την οποία απάντησε ο γηραιότερος μοναχός. Ο ίδιος ο άγιος είχε επισκεφθεί τη μονή!
Μετά από τη μικρή αυτή ξενάγηση, μας δόθηκε χρόνος ξεκούρασης, καθώς είχαμε ξυπνήσει πολύ νωρίς για το ταξίδι και χρειαζόμασταν ύπνο. Έπειτα, ετοιμαστήκαμε και πήγαμε στο νεκροταφείο της μονής. Η ηρεμία και η σιωπή ήταν ανεπανάληπτες! Αναρωτιώμασταν πόση ομορφιά μπορεί να χωρέσει σε ένα μέρος, το οποίο μάλιστα πολλοί θα θεωρούσαν σκοτεινό και θα το απέφευγαν. Στην είσοδο ήταν τοποθετημένο το μνήμα του Αγίου Νήφωνα, του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος είχε ζήσει πριν από μερικούς αιώνες στο μοναστήρι ως απλός μοναχός. Εγκαταβίωνε εκεί ταπεινά, κάνοντας υπακοή και φροντίζοντας τα μουλάρια της μονής.

Στην Ιερά Μονή Διονυσίου υπήρχε ένα έθιμο, σύμφωνα με το οποίο εάν κανείς επιθυμούσε να ενταχθεί στην αδελφότητα, θα έπρεπε να κάνει υπακοή, αναλαμβάνοντας να φροντίζει ο ίδιος τα μουλάρια, για όσο διάστημα θεωρούσε απαραίτητο ο ηγούμενος. Ο δόκιμος έπρεπε, ακόμη, να κόβει ξύλα και να εκτελεί κάθε είδους επίπονη και ταπεινωτική εργασία. Εάν αποδεικνυόταν άξιος, υπάκουος και πράος, τότε γινόταν μοναχός και εντασσόταν επισήμως στην αδελφότητα. Ο άγιος εκτελούσε ως δόκιμος τα καθήκοντα αυτά, δείχνοντας επιμέλεια και ταπεινοφροσύνη, προσευχόμενος και γεμάτος πίστη στον Θεό. Κάποτε έφτασαν από την Κωνσταντινούπολη απεσταλμένοι του αυτοκράτορα, για να του ζητήσουν να αναλάβει ξανά τον πατριαρχικό θρόνο. Ωστόσο, ο ίδιος είχε συστηθεί στην κοινότητα ως Νικόλαος. Κρύφτηκε, μάλιστα, και έτσι δεν κατάφεραν να τον βρουν.
Την ίδια εποχή, πολλοί πειρατές επιτίθονταν στις μονές, λεηλατώντας και σκοτώνοντας τους μοναχούς. Οι πατέρες είχαν ορίσει βάρδιες, προκειμένου να φυλάνε νυχθημερόν το μοναστήρι.
Κάποτε έβαλαν και τον άγιο να φυλάει ένα τμήμα της μονής. Εκεί, στη σιωπή της νύχτας, εγκατέλειψε τον εαυτό του στην προσευχή. Ξαφνικά, μερικοί ενάρετοι μοναχοί, που επίσης αγρυπνούσαν προσευχόμενοι, είδαν στο σημείο όπου στεκόταν ο άγιος, στο βάθος του ορίζοντα, μια στήλη φωτός να ανεβαίνει προς τον ουρανό. Ακόμη, ο μοναχός που βρισκόταν μαζί του, τον είδε τυλιγμένο μέσα σε γλώσσες φωτιάς.
Τρομοκρατημένος έτρεξε στη μονή και διηγήθηκε σε όλους το απόκοσμο θέαμα. Τα λόγια του επιβεβαίωσαν οι μοναχοί που τελούσαν την αγρυπνία. Το περιστατικό έγινε γνωστό στον ηγούμενο. Η αδελφότητα συγκεντρώθηκε και προσευχήθηκε στον Κύριο, προκειμένου να τους αποκαλύψει ποιος ήταν ο άνθρωπος που διέθετε τέτοια χαρακτηριστικά αγιότητας. Ο Θεός άκουσε την προσευχή τους και δεν άργησε να τους αποκαλύψει την αλήθεια. Ο ηγούμενος της μονής είδε τον Ιωάννη τον Βαπτιστή να εμφανίζεται μπροστά του και να του λέει με αυστηρότητα: “Έως πότε ο Πατριάρχης της οικουμένης θα είναι οδηγός για τα μουλιάρια σας; Μάζεψε όλη την αδελφότητα και πηγαίντε να υποδεχτείτε τον Πατριάρχη Νήφωνα. Αποδώστε του τις τιμές που του αξίζουν για το αρχιερατικό του αξίωμα. Έδειξε τόση ταπεινοφροσύνη που θα εξέπληττε ακόμα και τους αγγέλους!”.
Μετά από το όραμα αυτό ο ηγούμενος ξύπνησε μέσα σε έκσταση. Συγκέντρωσε γρήγορα όλη την αδελφότητα και, συγκλονισμένος, τους διηγήθηκε όσα είχε δει και ακούσει. Όταν οι αδελφοί έμαθαν την αλήθεια, θαύμασαν την πνευματική δύναμη με την οποία ο άγιος εκτελούσε τόσο καιρό τα ταπεινά καθήκοντά του. Χωρίς να χάνουν χρόνο, οι πατέρες βγήκαν με αναμμένα κεριά και θυμίαμα, περιμένοντας να υποδεχθούν τον Άγιο Νήφωνα, ο οποίος επέστρεφε από το βοσκοτόπι με τα μουλάρια φορτωμένα με ξύλα..jpg)
Εκείνος, όταν είδε τους μοναχούς να τον περιμένουν, έσκυψε το κεφάλι του και τους πλησίασε γεμάτος δάκρυα. Ο ηγούμενος του ζήτησε συγχώρεση, τον προσκύνησε, φίλησε τα άγια χέρια του και του είπε: «Αρκετά δοκίμασες την υπομονή σου, Πατριάρχη των χριστιανών και φως των ψυχών μας. Αρκετά με τις ταπεινώσεις, που εμείς οι άθλιοι, χωρίς να το γνωρίζουμε, σου επιβάλαμε. Συγχώρεσέ μας!» Ολόκληρη η αδελφότητα έπεσε μετανιωμένη στα πόδια του. Έτσι, απέδωσαν τιμές στον άνθρωπο, που υπήρξε πρότυπο ταπεινοφροσύνης και δόξας του Ιησού Χριστού. Στον τόπο όπου έλαβε χώρα η συνάντηση, τοποθετήθηκε αργότερα ιερό μνημείο, προς τιμήν του μεγάλου αγίου.
Ακριβώς δίπλα από τον τάφο του βρισκόταν ένα οστεοφυλάκιο με εκατοντάδες κρανία μοναχών που έζησαν και ολοκλήρωσαν τον βίο τους στη μονή. Κάτω από τα ψηλά δέντρα του νεκροταφείου αναπαύονταν, μεταξύ άλλων, οι ηγούμενοι της νεότερης ιστορίας του Αγίου Όρους.
Ανάμεσά τους ήταν και ο μεγάλος δάσκαλος της νοεράς προσευχής, ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Προσκυνήσαμε όλα τα μνήματα και αρχίσαμε να διηγούμαστε τις ιστορίες που γνωρίζαμε για τους πεφωτισμένους ανθρώπους του Άθω. Οι επόμενες τρεις ώρες πέρασαν γρήγορα και ειρηνικά. Ακόμη και σήμερα, οι στιγμές που ζήσαμε εκεί αποτελούν μερικές από τις πιο σημαντικές και αποκαλυπτικές της ζωής μας.
Μετά από τον εσπερινό και το δείπνο, ένα ταπεινό γεύμα με νηστίσιμα αλάδοτα φαγητά, πήγαμε να προσκυνήσουμε τα ιερά λείψανα των αγίων. Ανάμεσά τους ήταν και το χέρι του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, μπροστά στο οποίο σκύψαμε γεμάτοι δέος και ευλάβεια. Η χάρις του ήταν απερίγραπτη. Ενώ προσπαθούσαμε ακόμη να επεξεργαστούμε τις θαυμάσιες εικόνες και τις εντυπώσεις μας από την πρώτη μέρα στο Άγιον Όρος, καθισμένοι στην είσοδο της μονής και κοιτάζοντας το ευλογημένο γαλάζιο του ουρανού, μας ζήτησαν να επιστρέψουμε μέσα. Ένας μοναχός ετοιμαζόταν να οδηγήσει μια ομάδα Ρώσων προσκυνητών στα ιερά κειμήλια της μονής. Τον ακολουθήσαμε. Φανερώθηκαν, τότε, μπροστά μας ανεκτίμητοι θησαυροί. Όλα έμοιαζαν να αναπνέουν από την αρχαία ιστορία του τόπου. Ιερά αντικείμενα, δισκοπότηρα και άμφια αγίων (όπως αυτά του Αγίου Νήφωνα) μετέφεραν τη συνείδησή μας σε εποχές θρησκευτικής μεγαλοπρέπειας και υψηλού πνευματικού κάλλους.
.jpg)
Προτού πέσουμε για ύπνο, καθίσαμε στη βιβλιοθήκη και συζητήσαμε όλα όσα ζήσαμε την πρώτη αυτή μέρα. Νιώθαμε την πίστη μας να δυναμώνει. Τελικά, σιωπήσαμε απότομα όταν ένας προσκυνητής μπήκε αργά στον χώρο μαζί με τον γιο του. Το παιδί ήταν περίπου 10 ετών και ήταν προφανές πως υπέφερε από καρκίνο. Συνεχίσαμε τη συζήτησή μας, προσπαθώντας να κρύψουμε την αμηχανία και την αγωνία μας για την υγεία του μικρού. Όλοι μας είχαμε παιδιά και συναισθανόμασταν βαθιά τις δυσκολίες αυτών των ανθρώπων.
Ένας από εμάς πλησίασε και ρώτησε το παιδί: “Πώς σε λένε; Παίζεις μπάλα, Απόστολέ μου;”. “Φυσικά” απάντησε εκείνο. “Είναι μέσος” πρόσθεσε ο πατέρας του. Συζητούσαμε για πολλή ώρα, έως ότου ο φίλος μας χάρισε στο μικρό αγόρι μια εικόνα του Αγίου Αποστόλου Ιούδα. “Ξέρεις, μικρέ, αυτός ο άγιος συνομιλεί κάθε μέρα με τον Χριστό. Ζήτα του ό,τι θέλεις και θα σε βοηθήσει”.
Ο μικρός πήρε την εικόνα του αγίου και την κράτησε με τα δύο του χέρια. Το μουρμουρητό του αποδείκνυε πόσο πολύ χρειαζόμασταν ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί τον Κύριό μας.»