Ο άγιος Νήφων γεννήθηκε περί τα έτη 1435–1440 στην Πελοπόννησο, σε ευσεβή οικογένεια. Αφού εκάρη μοναχός στην Επίδαυρο, αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος, όπου ασκήθηκε στις μονές Κουτλουμουσίου, Μεγίστης Λαύρας και Διονυσίου. Μετά τον θάνατο του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης το 1483, εξελέγη ποιμενάρχης της επαρχίας αυτής, και το 1486 ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο Κωνσταντινουπόλεως. Το 1488 καθαιρέθηκε και αποσύρθηκε στην άσκηση. Κατά τα έτη 1497–1498 κατέλαβε εκ νέου τον πατριαρχικό θρόνο, αλλά σύντομα αποχώρησε και πάλι. Περί το 1500 έγινε μητροπολίτης Βλαχίας, όπου ίδρυσε δύο νέες επισκοπές. Το 1502 αρνήθηκε την πατριαρχία, προτιμώντας να παραμείνει κοντά στο ρουμανικό ποίμνιό του.
Το 1505, ύστερα από διαμάχη με τον βοεβόδα Ράδου τον Μέγα, εγκατέλειψε την έδρα του, προλέγοντας συμφορές για τον ανυπάκουο άρχοντα. Επέστρεψε στο Άγιον Όρος, όπου ευλόγησε τον μαθητή του Μακάριο για μαρτυρικό τέλος. Αισθανόμενος το πλησίασμα της κοιμήσεώς του, ο άγιος Νήφων συγκέντρωσε την αδελφότητα και συνέταξε ευχή συγχωρήσεως. Εκοιμήθη στις 11 Αυγούστου 1508.
Τα ιερά λείψανα του αγίου παραδόθηκαν στον Νεάγκοε Μπασαράμπ και τοποθετήθηκαν στη Μονή Αρτζές, κατόπιν δε μεταφέρθηκαν στον μητροπολιτικό ναό του αγίου Δημητρίου στην Κραϊόβα. Στις 16 Αυγούστου 1517 πραγματοποιήθηκε η επίσημη ανακομιδή και δοξολογία του. Αργότερα τα λείψανα επεστράφησαν στη Μονή Διονυσίου, όπου φυλάσσονται έως σήμερα. Ωστόσο, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, οι Αγιορείτες μοναχοί παρέδωσαν την τιμία κεφαλή και τη δεξιά χείρα του αγίου στον Νεάγκοε Μπασαράμπ, ο οποίος τις τοποθέτησε στη Μονή Αρτζές. Εκεί παρέμειναν έως το 1949, οπότε μεταφέρθηκαν στον μητροπολιτικό ναό της Κραϊόβας και κατόπιν, το 2009, στον καθεδρικό ναό της Αναλήψεως του Κυρίου στο Τιργκοβίστε.
