Ιστορία και νεωτερικότητα
Μετά την Ιερά Μονή Διονυσίου, βρίσκεται ο κάβος και ο Λάκκος του Καλαθά. Η ονομασία προήλθε από το εργόχειρο ενός ασκητή που ζούσε σε κελλί της περιοχής. Εντοπίζεται ήδη άπό το 1401 σε έγγραφο του Πρώτου, όπου, μεταξύ άλλων, καθορίζονται τα σύνορα των μονών Διονυσίου και Αγίου Παύλου. Στην άκρη του κάβου ο πρασινόχρωμος βράχος του Καλαρά αποτελεί το όριο.
Αμέσως μετά ακολουθεί μια πλατιά κοιλάδα με ήπια κλίση εδάφους. Στο βάθος ορθώνεται η πυραμίδα του Άθω, με τις εντυπωσιακές χαράδρες των γκριζόλευκων βράχων. Τα χιόνια εκεί διατηρούνται, συχνά έως και τον Ιούνιο. Η βλάστηση της κοιλάδας είναι πυκνή (πεύκα, πλατάνια, ελιές, θάμνοι, καλαμιές). Χτισμένη σε έναν ψηλό βράχο (υψόμετρο 150 μ), δεσπόζει η μονή του Αγίου Παύλου, ενώ πίσω της ορθώνεται το οχυρωματικό τείχος. Αυτό είναι τοποθετημένο στη συμβολή δύο χειμάρρων. Ο ένας κατευθείνεται προς τα αριστερά και είναι μικρός, ενώ ο άλλος, το ρέμα του Ξηροποτάμου, είναι μεγαλύτερος και κατεβαίνει από τις πλαγιές του Άθω. Τη δύναμη της ροής του μαρτυρούν οι πελώριες, ογκώδεις πέτρες, καθώς και η βοή του νερού, που αντηχεί στα αυτιά των επισκεπτών ανεβαίνοντας από τον αρσανά προς τη μονή.
Η θεομηνία που έπληξε τη μονή Γρηγορίου την 1η Σεπτεμβρίου 1820/1, έπληξε επίσης και τη μονή Αγίου Παύλου, προξενώντας πλήθος ζημιών στις καλλιέργειες και στα κτίσματα του παλαιού αρσανά, στην αριστερή πλευρά της παραλίας. Μία επόμενη ισχυρή νεροποντή, το 1911, ξερίζωσε περισσότερα από 700 λιόδεντρα, ενώ παρέσυρε κηπόσπιτα και παρεκκλήσια. Από τον παλαιό αρσανά σώζεται, ερημωμένο και σε κακή κατάσταση εξαιτίας των κατολισθήσεως, το παραθαλάσσιο κτίσμα του πύργου. Αυτό ήταν αρχικά τοποθετημένο ακριβώς επάνω στην παραλία, δίπλα στην εκβολή του χειμάρρου. Η σημερινή απόστασή του από την παραλία είναι αποτέλεσμα των αλλαγών του εδάφους. Ο πύργος (14ος αι.) θεωρείται πως είναι πιθανό να κατασκευάστηκε την ίδια εποχή με την ανακαίνιση της μονής από τους Σέρβους κτήτορες. Στη δυτική πλευρά του διαθέτει έναν οχυρωματικό περίβολο, κτίσμα του 15ου αιώνα. Η κάτοψή του σχηματίζει ορθογώνιο (8,9x9,9 μ.), ενώ το ύψος του φτάνει τα 18 μ. πάνω από το επίπεδο των σημερινών προσχώσεων. Στον έκτο όροφο διακρίνονται τρεις κόγχες, οι οποίες μαρτυρούν την ύπαρξη παρεκκλησίου. Σε χαρακτικό του 1798 διακρίνεται καλώδιο που συνδέει τον παραθαλάσσιο πύργο με τη μονή για τη μεταφορά του νερού με κουβάδες.
Ο νέος αρσανάς (1882) βρίσκεται στη δεξιά μεριά της παραλίας, κάτω από τους αμπελώνες. Είναι ένα διώροφο κτίσμα. Στο ισόγειο υπάρχει καμαροσκέπαστο νεώριο για την ανέλκυση πλοίων. Στον επάνω όροφο βρίσκονται το παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου και οι χώροι φιλοξενίας. Από τον νέο αρσανά ξεκινάει ο δρόμος που οδηγεί στη μονή. Περνώντας μέσα από ένα βοηθητικό κτήριο, ανηφορίζει στα δεξιά το μονοπάτι για τη Νέα Σκήτη και τη σκήτη της Αγίας Άννας, διασχίζοντας έναν μικρό και πλούσιο ελαιώνα. Παλαιότερα υπήρχε μονοπάτι που οδηγούσε στον κοιμητηριακό ναό των Αγίων Πάντων. Αφήνοντας τον δρόμο και ακολουθώντας το μονοπάτι (αριστερά), δίνεται στον επισκέπτη η δυνατότητα να περπατήσει στα χνάρια των μεγάλων ηγεμόνων και βασιλιάδων που επισκέφθηκαν τη μονή.
Το 1470 η Μάρω, κόρη του Σέρβου ηγεμόνα Μπράνκοβιτς, σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β' και μητριά του Μωάμεθ Β' του Πορθητή, αποβιβάστηκε με τη συνοδεία της στον αρσανά, φέρνοντας στη μονή τα Τίμια Δώρα που πρόσφεραν οι Μάγοι στον Ιησού και τα οποία είχε διασώσει από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο. Ανεβαίνοντας για να τα καταθέσει στη μονή, την οποία είχε επανειλημμένως ευεργετήσει ο πατέρας της, άκουσε τη φωνή της Θεοτόκου να λέει: «Μάρω, Μάρω, μην προχωρήσεις πιο πέρα. Τη μονή αυτή την κατοικούν μοναχοί. Εσύ είσαι γυναίκα και εδώ δεν μπορεί να βασιλεύσει άλλη Βασίλισσα». Εμφανίστηκε έπειτα μπροστά της, της απαγόρευσε να συνεχίσει και τη διέταξε να επιστρέψει γρήγορα πίσω. Τα Δώρα δόθηκαν στους γέροντες της μονής, οι οποίοι ήρθαν με πομπή και τιμές για να τα παραλάβουν. Στο σημείο της εμφάνισης της Θεοτόκου χτίστηκε προσκυνητάρι. Το αρχικό κτίσμα παρασύρθηκε από τα νερά, κατά την πλημμύρα του 1911, αλλά ξαναχτίστηκε αμέσως μετά, ενσωματώνοντας ανάγλυφα στοιχεία που είχαν διασωθεί από το αρχικό κτίσμα.
Από μακριά η μονή Αγίου Παύλου φαντάζει πολύ μεγαλύτερη από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Σ' αυτό συμβάλλουν τα πολλά βοηθητικά κτίσματα που εκτείνονται προς τον νότο. Η βόρεια πτέρυγα (15ος αι.), στην οποία είναι ενσωματωμένος ο επιβλητικός πύργος (α' μισό 16ου αι.), αποτελεί το αρχαιότερο τμήμα του μοναστηριακού συγκροτήματος και τον αρχικό πυρήνα της μονής. Μέχρι τις αρχές του 19ου αι. οι πτέρυγες κάλυπταν μικρή περιοχή. Η σημερινή μορφή της μονής είναι αποτέλεσμα ανακαινίσεων και ανοικοδομήσεων που έγιναν κατά τον 19ο και 20ό αι. Η κάτοψή της σχηματίζει ένα ακανόνιστο πεντάπλευρο. Η αρχιτεκτονική μορφολογία της υπαγορεύτηκε από το ανάγλυφο του εδάφους. Στην ανατολική πλευρά βρίσκεται μόνο το οχυρωματικό τείχος και ο αμυντικός πύργος, ενώ ο κύριος όγκος των κτισμάτων είναι τοποθετημένος στα δυτικά. Η νότια πτέρυγα ορίζεται από τον πύργο του καμπαναριού και την κύρια είσοδο, η οποία βρίσκεται στο δυτικό της άκρο. Οι εξώστες στη βορειοδυτική γωνία απηχούν την οικεία αρχιτεκτονική των αγιορείτικων μονών. Ωστόσο, η μορφή και ο χαρακτήρας του μοναστηριακού συγκροτήματος επισφραγίζεται από τον νεοκλασικό ρυθμό της δυτικής πτέρυγας και τη νοτιοδυτική γωνία (19ος και 20ός αι.) με την προσεγμένη λιθοδομή και τα συμμετρικά ορθογώνια παράθυρα.
Ιστορία
Η ιστορία της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή.
Σύμφωνα με την παράδοση, η οποία αποτυπώνεται στην πραγματεία του λαυριώτη μοναχού Διονυσίου Αλεξανδρέως (1080), στον χώρο της σημερινής μονής Αγίου Παύλου βρισκόταν κατά τους αρχαίους χρόνους το ιερό του Απόλλωνα. Στα ερείπιά του, κάποιος μοναχός ονόματι Στέφανος, έχτισε το 337 μονύδριο αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου. Το μονύδριο αυτό υποστηρίζεται πως τοιχογραφήθηκε από Ολύνθιους αγιογράφους, ενώ, όταν αργότερα υπέστη ζημιές από σεισμικές δονήσεις, ανακαινίστηκε και ιστορήθηκε εκ νέου από Ρόδιους καλλιτέχνες. Η ίδρυση της μονής το 830, επί των ερειπίων του μονυδρίου, και η αφιέρωσή της στη Θεοτόκο, αναφέρεται σε κείμενο του μοναχού Παύλου, ο οποίος εσφαλμένα ταυτίζεται με τον Άγιο Παύλο τον Ξηροποταμηνό. Ο δεύτερος ίδρυσε πράγματι μια μονή αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Το 987 η μονή επεκτάθηκε και ιστορήθηκε με ψηφιδωτά. Έγινε τότε γνωστή ως μονή Ξηροποτάμου, ενώ η σημερινή μονή Ξηροποτάμου ήταν γνωστή ως μονή του Αγίου Νικηφόρου. Το 1046 ο ηγούμενός της Ηλίας υπέγραψε ένατος το Τυπικό του Κωνσταντίνου Μονομάχου. Η ονομασία «Αγίου Παύλου» εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1071, στην απόφαση επίλυσης μιας συνοριακής διαφοράς μεταξύ των μονυδρίων Ξυλουργού και Σκορπιού. Εκεί εντοπίζεται η υπογραφή του μοναχού Μιχαήλ «εκ του Μοναστηρίου του κυρ Παύλου». Η ονομασία «Αγίου Παύλου» επικράτησε από το 1108. Ωστόσο, χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (1259), που αφορούσε την επικύρωση της κτηματικής περιουσίας του μοναστικού ιδρύματος, αναφέρει τη μονή ως αφιερωμένη στον Σωτήρα Χριστό. Τέλος, η μονή διατηρήθηκε επί Ανδρονίκου Β' Παλαιολόγου (1283). Αργότερα, καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς και λεηλατήθηκε από τους Καταλανούς πειρατές (1303-1309), με αποτέλεσμα να υποβαθμιστεί σε κελλί της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου.
Σε έγγραφο του Πρώτου (1316) ο ηγούμενος της μονής υπέγραφε ως 39ος, ενώ στο Γ' Τυπικό του Αγίου Όρους (Μανουήλ Β', 1394) η μονή κατείχε τη 18η θέση μεταξύ των 25. Το 1365 «το μονύδριο του αγίου Παύλου» παραχωρήθηκε από τη μονή Ξηροποτάμου στους Σέρβους μοναχούς Γεράσιμο Ραντόνια και Αντώνιο Παγάση (Μπαγάς), οι οποίοι την αναστήλωσαν και την ανακαίνισαν. Έτσι, κατατάχθηκε πλέον οριστικά μεταξύ των κυρίαρχων αγιορείτικων μονών. Στην παραχώρηση αυτή φαίνεται να έπαιξε σημαντικό ρόλο η παρουσία του Στεφάνου Δουσάν στο Άγιον Όρος. Σιγίλλιο του πατριάρχη Ματθαίου (1404), το οποίο ρύθμιζε συνοριακές διαφορές με τη γειτονική μονή Διονυσίου, την αναφέρει ως «αρχαία», γεγονός που υπαινίσσεται την πολύ παλαιότερη ύπαρξη της. Η παρουσία των Σέρβων υπήρξε έντονη μέχρι τον 20ό αιώνα. Μάλιστα, η σφραγίδα της μονής είχε δίγλωσση επιγραφή, στα ελληνικά και στα σερβικά.
Κατά τον 15ο αιώνα τη μονή ενίσχυσαν ο αδελφός του Γερασίμου Νικόλαος, ο Ραντοσλάβ Σαμπία (1405), ο Ιωάννης Ζ' Παλαιολόγος, που ήταν τότε δεσπότης Θεσσαλονίκης (1406), ο Σέρβος ηγεμόνας Γεώργιος Μπρόνκοβιτς, ο οποίος έχτισε ένα νέο, μεγαλύτερο καθολικό, αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο, ο αδελφός του Λάζαρος (1416) και ο Ιωάννης Η' Παλαιολόγος (1437). Εκείνη την εποχή, η μονή απέκτησε μέρος των δασικών εκτάσεων της ερημωμένης μονής των Αμαλφηνών, στην ανατολική πλαγιά του Άθω. Από τότε υπάρχουν κελλιά στην περιοχή της σημερινής Λακκοσκήτης. Σε ευεργέτες της μονής αναδείχτηκαν επίσης Έλληνες και Ρουμάνοι ηγεμόνες των παραδουνάβιων χωρών, όπως ο Στέφανος ο Μέγας, ο κτήτορας του πύργου (1522) Νεαγκόε Μπασαράμη και ο ανακαινιστής του πύργου Κωνσταντίνος Μπασαράμπ Μπρανκοβάνου (1664-1714), ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε Άγιος της Ρουμανικής Εκκλησίας. Τη μονή βοήθησαν επίσης οι τσάροι της Ρωσίας, ο Ιβάν ο Τρομερός, ο Αλέξιος Μιχαήλοβιτς, ο Μέγας Πέτρος και η Ελισάβετ Πετρόβνα. Χάρη στη συνδρομή τους η μονή γνώρισε μια μακρά περίοδο ακμής, η οποία συνεχίστηκε έως και τον 17ο αιώνα, όταν οι μοναχοί που εγκαταβίωναν εκεί άγγιξαν περίπου τους 200. Το 1661 η Ιερά Κοινότητα αναγκάστηκε, εξαιτίας των υπέρογκων χρεών της, να πουλήσει σε μονές τα κελλιά του Πρωτάτου, τα οποία είχαν περιέλθει στην ιδιοκτησία της μετά την κατάργηση του θεσμού του Πρώτου. Τότε, η μονή του Αγίου Παύλου ήταν σε θέση να αγοράσει 4 από αυτά. Ωστόσο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη βαριά φορολογία και να εξυπηρετήσει το υπέρογκο χρέος της έναντι των τοκογλύφων, αναγκάστηκε εν τέλει να πουλήσει μεγάλο τμήμα της κτηματικής της περιουσίας.
Ο δραστήριος σκευοφύλακας Γρηγόριος κατόρθωσε να συγκεντρώσει σημαντικές προσόδους από εράνους και περιοδείες (τέλη 18ου αι.). Στις αρχές του 19ου, ένας άλλος αγιοπαυλίτης μοναχός, ο Άνθιμος Κομνηνός από τη Σηλύβρια της Θράκης, ηγούμενος των μετοχίων της μονής στη Ρουμανία, ξεκίνησε το έργο της ανακαίνισής της, ενώ δώρισε ακόμη κτήματα και εκτάσεις από την περιοχή της Κασσάνδρας στη Χαλκιδική και από τη Θάσο. Η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τη δεκαετία 1821-30, όταν, λόγω της εγκατάστασης των τουρκικών στρατευμάτων, η μονή ερημώθηκε. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συνδρομή των τσάρων της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α' και Νικολάου Α'. Η μονή υπέστη σοβαρές καταστροφές από διαδοχικές πυρκαγιές και πλημμύρες. Στη μεγάλη πυρκαγιά του 1902, κάηκε μεγάλο μέρος της νοτιοδυτικής πτέρυγας, το οποίο είχε ολοκληρωθεί μόλις το 1895. Τότε έχασε τη ζωή του ο μοναχός Δαβίδ προσπαθώντας να περισώσει το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου της βιβλιοθήκης. Από τον σεισμό του 1905 η μονή υπέστη σοβαρές φθορές. Ακολούθησε η πλημμύρα του 1911, μετά την οποία το κτηριακό συγκρότημα ουσιαστικά ανοικοδομήθηκε εκ θεμελίων. Επανέκαμψε στο κοινοβιακό της σύστημα το 1839, με σιγίλλιο του πατριάρχη Γρηγορίου Στ' (1840) και πρώτο ηγούμενο του κοινοβίου τον αρχιμανδρίτη Στέφανο Διονυσιάτη. Οκτώ τουλάχιστον από τους 21 ηγουμένους της μονής (συμπεριλαμβανομένου του τωρινού ηγουμένου, 1839-σήμερα) είναι Κεφαλονίτες.
Στην περιοχή της μονής, σε ένα σπήλαιο του Αντιάθωνα, ασκήτευσε ο Όσιος Ευθύμιος ο Νέος (823-898), μετέπειτα κτήτορας της μονής Περιστερών κοντά στη Θεσσαλονίκη. Στο κάθισμα της Παναγίας ασκήτευσε ο Όσιος Δομέτιος (14ος αι.), τον οποίο συμβουλεύτηκε ο Άγιος Διονύσιος, προτού ιδρύσει τη γειτονική μονή Διονυσίου. Εκτός από τον Άγιο Παύλο τον Ξηροποταμηνό, καθώς και από μια σειρά δραστήριων και πεφωτισμένων ηγουμένων που αναδείχτηκαν ουσιαστικά σε συγκτήτορες (Άνθιμος Κομνηνός, Σωφρόνιος Καλλιγάς), στη μονή εγκαταβίωσαν επίσης οι νέοι Οσιομάρτυρες Παχώμιος και Κωνσταντίνος ο εξ Αγαρηνών, οι Καυσοκαλυβίτες. Ο ιερομόναχος Συμεών από την Τρίπολη της Αρκαδίας (1829-1905) εξελέγη ηγούμενος της μονής Γρηγορίου. Αδελφός της μονής υπήρξε ο ιεροδιάκονος Κοσμάς Βλάχος († 1930), συγγραφέας του έργου "Η Χερσόνησος του Αγίου Όρους Άθω" (1903). Το 1917 συνελήφθη από τους Γάλλους μαζί με τους γέροντες Ιωάσαφ, Γεδεών και άλλους αγιορείτες πατέρες και εξορίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Μυτιλήνη. Στη μονή πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο μοναχός Γεράσιμος Μενάγιας (1881-1957). Ο τελευταίος υπήρξε απόφοιτος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, περιέπεσε για ένα διάστημα στον αθεϊσμό, τον υλισμό και τον πνευματισμό, αγωνίστηκε με τους Μακεδονομάχους, μετεστράφη μετά από προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, εκάρη μοναχός (1930) και είχε οσιακό τέλος. Τέλος, σε ησυχαστήριο της μονής εγκαταβίωσε ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ).
Κολύμβηση
Στην προβλήτα του αρσανά υπάρχει η επιγραφή: «Απαγορεύεται αυστηρά η κολύμβηση». Παλαιότερα η απογόρευση αυτή δεν υπήρχε ή δεν τηρούταν αυστηρά. Ο Ρόμπερτ Μπάιρον και οι φίλοι του (1926) καθημερινά σχεδόν πήγαιναν για κολύμπι.
— Κολυμπούμε κάθε μέρα, πάτερ-Στέψανε. Μήπως υπάρχουν σκυλόψαρα;
— Σκυλόψαρα; Στρατιές ολόκληρες!
— Έχετε δει εσείς ο ίδιος;
— Εγώ; Όχι δεν έχω δει, αλλά υπάρχουν πολλά.
— Μα, αν δεν τα είδατε, πώς το ξέρετε;
— Πώς το ξέρω; Έφαγαν έναν διάκο πριν διακόσια πενήντα χρόνια. Μετά έβαλαν δόλωμα ένα αρνί, έπιασαν τον καρχαρία και βρήκαν μέσα του τον διάκο.
Robert Byron, The Station. Athos, Treasures and Men, 1927.
Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός (915 - πριν 1030)
Ο Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός, κατά κόσμον Προκόπιος, ήταν γόνος της βασιλικής οικογένειας των Ραγκαβέ, γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α'. Από φόβο μήπως διεκδικήσει τον θρόνο, ο Λέων Ε' ο Αρμένιος τον υνούχισε, προκειμένου να τον αποκληρώσει. Μετά από λαμπρές σπουδές, ο Προκόπιος απαρνήθηκε τα εγκόσμια, εκάρη μοναχός με το όνομα Παύλος και εγκαταστάθηκε στον Άθω, πλάι στον ονομαστό ησυχαστή Κοσμά (10ος αι.), στην περιοχή της σημερινής Νέας Σκήτης. Επί αυτοκράτορος Ρωμανού Λεκαπηνού, έχτισε μονή στη θέση της σημερινής μονής Αγίου Παύλου, την αφιέρωσε στον άγιο Γεώργιο και της εξασφάλισε γενναίες χορηγίες από τους βασιλικούς συγγενείς του. Ακόμη, στάλθηκε από τον αυτοκράτορα σε διπλωματική αποστολή και ιεραποστολή εκχριστιανισμού στη Βουλγαρία. Παρά την έντονη αντίδρασή του στην εισαγωγή του κοινοβιακού μοναχισμού στο Άγιον Όρος, σύμφωνα με τις διδαχές και τις πρωτοβουλίες του Αγίου Αθανασίου του Αγιορείτη, ο Άγιος Παύλος υπέγραψε το Τυπικό του 1071 και υπήρξε κτήτορας δύο μονών (Αγίου Παύλου και Ξηροποτάμου). Το τέλος του ήταν οσιακό. Τάφηκε στη μονή Μυρελαίου στην Κωνσταντινούπολη.
Απέναντι από την κύρια είσοδο είναι τοποθετημένο το κιόσκι με την εξαιρετική θέα προς τη ρεματιά της μονής και τη Σιθωνία. Το διώροφο κτήριο, νοτιοανατολικά της κεντρικής εισόδου, αποτελεί το παλιό βουρδουναριό. Στο ισόγειο βρίσκονταν οι στάβλοι για τα μουλάρια, ενώ στον όροφο ήταν τοποθετημένα τα δωμάτια των ημιονηγών. Το 1997 μετατράπηκε σε βοηθητικό αρχονταρίκι. Πίσω του βρίσκεται το λαδαριό. Απέναντι από το κιόσκι βρίσκεται η κρήνη (1804). Η πλαγιά κάτω από το κιόσκι αποτελείται από επιμέρους επίπεδα με περιβόλια και αμπέλια. Εκεί βρίσκεται ο κοιμητηριακός ναός (Άγιοι Πάντες, 1795). Ακολουθεί τον τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς με τρούλο χωρίς τύμπανο. Σε πεζούλα ψηλότερα από το κτηριακό συγκρότημα της μονής (νοτιο-ανατολικά) βρίσκεται ο παλιός κοιμητηριακός ναός, που σήμερα λειτουργεί ως παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου. Εγκαταλείφθηκε μετά την ανέγερση του νέου ναού και γρήγορα ερειπώθηκε. Αναστηλώθηκε αποκτώντας την αρχική του μορφή κατά το 1988. Η μορφή του συγγενεύει με τους αντίστοιχους κοιμητηριακούς ναούς των μονών Παντοκράτορος και Κουτλουμουσίου. Λίγο πιο μακριά βρίσκεται το παρεκκλήσι του Αγίου Τρύφωνος. Στην πλαγιά, βόρεια της μονής, ανακαινίζεται το παρεκκλήσι του Αγίου Νεκταρίου, το οποίο λειτουργούσε παλιότερα ως λεπροκομείο. Ο τελευταίος ασθενής πέθανε εκεί από φυματίωση το 1945.
Η πύλη πλαισιώνεται από προσκυνητάρια που φέρουν μπαρόκ διακόσμηση. Τα μάρμαρα προέρχονται από την Τήνο, την Πάρο, την Πεντέλη και το Άγιον Όρος (Καρούλια, Περδίκι). Αριστερά και δεξιά της λιτής είναι ενσωματωμένα τα παρεκκλήσια του Αγίου Γεωργίου (βόρεια) και των Αγίων Παύλου του Ξηροποταμηνού και Γερασίμου Κεφαλονιάς (νότια). Και τα δύο έχουν ξύλινο τέμπλο. Οι δεσποτικές εικόνες είναι έργο του ιερομονάχου Κυρίλλου από τη Νέα Σκήτη (1898). Στην εικόνα των Αγίων Παύλου και Γερασίμου κρέμεται ο σιδερένιος σταυρός που φορούσε ο Άγιος Παύλος. Στον τρούλο του δεξιού παρεκκλησίου είναι αγιογραφημένος ο Παντοκράτορας. Αυτή είναι και η μοναδική τοιχογραφία ολόκληρου του καθολικού. Η απουσία τοιχογραφημένου διάκοσμου αντισταθμίζεται από τον μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων. Ενδιαφέρουσες είναι οι εικόνες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1782), στο δεξιό παρεκκλήσιο, και του Αγίου Αντωνίου (1750), στο αριστερό. Το δάπεδο είναι στρωμένο με άσπρες και μαύρες μαρμάρινες πλάκες. Ο κεντρικός πολυέλαιος έγινε στη Δρέσδη (1669). Τα έξι μανουάλια κατασκευάστηκαν στη Βενετία (1822). Το τέμπλο είναι φτιαγμένο από πρασινόγκριζο μάρμαρο. Τα βημόθυρα είναι εξίσου περίτεχνα, ενώ οι δεσποτικές εικόνες αποτελούν έργο του ζωγράφου Χριστόδουλου Ματθαίου από τη Νάουσα (1900), ο οποίος ζούσε τότε στις Καρυές.
Οι επιγραφές στις ολόσωμες αναπαραστάσεις αγίων, στον δυτικό τοίχο της λιτής, είναι στα σλαβονικά και αποτελούν απόδειξη της έντονης σερβικής παρουσίας στη μονή. Οι στρατιωτικοί άγιοι εικονίζονται με ενδύματα ανώτερων αυλικών. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η απεικόνιση του ασπασμού των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, της Ζωοδόχου Πηγής σε κόγχη της λιτής και του Χριστού ως «Αγγέλου της Μεγάλης Βουλής» στο υπέρθυρο της εισόδου στον ναό. Στην παράσταση της Βαϊοφόρου διακρίνεται η μορφή ενός παιδιού τη στιγμή που βγάζει τον χιτώνα του, χαρακτηριστικό που θυμίζει την αντίστοιχη αναπαράσταση του Θεοφάνη στο καθολικό της μονής Σταυρονικήτα. Τέλος, θεωρείται πως πάνω από το παρεκκλήσιο αυτό υπήρχε ένα άλλο, από το οποίο σώζεται μόνο η κόγχη του ιερού, κάτω από τη στέγη.
Μεταξύ των σπουδαιοτέρων κειμηλίων της μονής βρίσκεται το ξύλινο δίπτυχο (30x21 εκ.) με τις 26 εξαιρετικές μικρογραφίες (Δωδεκάορτο, Ευαγγελιστές και Άγιοι), οι οποίες είναι διακοσμημένες με μαργαριτάρια. Πρόκειται για έργο ανάλογο με το «Δίπτυχο του Μιλούτιν» της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου. Ακόμη, σημαντικό θησαυρό αποτελεί η μικρή εικόνα, ζωγραφισμένη πάνω σε γυαλί, του Χριστού με τους αγγέλους και τους Αποστόλους. Οι επιγραφές της είναι στα λατινικά, ενώ χρησιμοποιήθηκαν φύλλα χρυσού και αργύρου που στερεώθηκαν επάνω στο γυαλί. Αξιόλογος είναι, επίσης, ο ξύλινος σταυρός με τις μικρογραφίες του Δωδεκαόρτου, των Αγίων και των αγγέλων, ο οποίος αποτελεί, σύμφωνα με την παράδοση, δώρο της βασίλισσας της Σερβίας Αγγελίνας.
Καύχημα της μονής αποτελούν τα Τίμια Δώρα των Μάγων (χρυσός σε πλέγμα σαν δαντέλα, λίβανος και σμύρνα σε μορφή σφαιριδίων), τα οποία φυλάσσονται σε αργυρές θήκες, καθώς και το τμήμα του Τιμίου Ξύλου, με την οπή από τα καρφιά της Σταύρωσης. Σύμφωνα με την παράδοση, αυτό αποτελεί δώρο του τσάρου Πέτρου της Βουλγαρίας στον Άγιο Παύλο, ο οποίος κατόπιν μοίρασε ένα τμήμα στη μονή Ξηροποτάμου και ένα άλλο στη μονή Αγίου Παύλου. Μεταξύ άλλων, φυλάσσονται οι τίμιες κάρες (πλήρεις ή τμήματά τους) του Αγίου Ανθίμου, επισκόπου Νικομήδειας, της Αγίας Νυμφοδώρας, του Αγίου Δαμιανού του Αναργύρου, της Αγίας Αγάθης, του Αγίου Υπατίου, επισκόπου Γαγγρών, του Αγίου Βασιλείου, επισκόπου Παρίου, και τέλος των Αγίων Φεβρωνίας και Παντελεήμονος. Φυλάσσονται επίσης τμήματα των αγίων λειψάνων της Αγίας Μητροδώρας, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Μιχαήλ, επισκόπου Συνόδων, του Αγίου Καλλινίκου, της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις, του Αγίου Θεωνά, επισκόπου Θεσσαλονίκης, της Αγίας Ευδοκίας, του Αγίου Τρύφωνος, του Αγίου Μάμαντος, του Αγίου Ευδοκίμου του Βατοπεδινού και του Αγίου Σεραφείμ, επισκόπου Φαναριού.


