Στο Άγιον Όρος φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Πορταΐτισσας, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, δεν πρέπει ποτέ να βγει από τα όρια της μοναστικής κοινότητας. Η έξοδος του ιερού κειμηλίου από τον Άθω, θα σήμανε, σύμφωνα με την παράδοση, το τέλος του Αγίου Όρους, ενώ θα θεωρούνταν, ακόμη, η αρχή της αντίστροφης μέτρησης για τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.
Η εικόνα της Παναγίας Πορταΐτισσας αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές εικόνες του Αγίου Όρος. Πλήθος προσκυνητών από όλο τον κόσμο προσεύχεται καθημερινά ενώπιόν της, ζητώντας βοήθεια και προστασία.
Η ιστορία της θαυματουργής εικόνας
Η εικόνα της Παναγίας Πορταΐτισσας, η οποία θεωρείται έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ιβήρων. Έχει ύψος 137 εκατοστά και πλάτος 94 εκατοστά, ενώ ζυγίζει 96 κιλά, μαζί με τα τάματα και τις δωρεές των πιστών προσκυνητών. Η αυστηρή έκφραση του αγίου προσώπου της Θεοτόκου, η οποία τονίζεται από το βαθύ και γοητευτικό της βλέμμα, προκαλεί δέος και συγκίνηση σε όποιον έχει την τύχη να τη δει από κοντά.
Η εικόνα ονομάστηκε “Πορταΐτισσα”, καθώς τοποθετήθηκε στο παρεκκλήσι της μονής Ιβήρων, αριστερά από την κεντρική πύλη.
.jpg)
Αρχικά, ανήκε σε μια ευσεβή χήρα από τη Νίκαια, η οποία προσευχόταν καθημερινά μπροστά της, κρατώντας ένα αναμμένο κερί. Όταν κατά την περίοδο της εικονομαχίας οι στρατιώτες του αυτοκράτορα Θεόφιλου έκαναν εφόδους στα σπίτια, βρήκαν την ιερή εικόνα και θέλησαν να την καταστρέψουν, όπως και όλα τα κειμήλια των πιστών.
Η γυναίκα, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τη σώσει, τους δωροδόκησε, κερδίζοντας μία παραπάνω μέρα. Τη νύχτα, μαζί με τον γιο της, έβγαλε κρυφά την εικόνα και την έριξε στη θάλασσα. Αντί να βυθιστεί, το ξύλο της παρέμεινε στην επιφάνεια του νερού και, παρασυρόμενο από τα κύματα, έπλευσε προς την Ελλάδα.
Ο γιος της, θέλοντας να αποφύγει τη σύλληψη, ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη και έπειτα στο Άγιον Όρος. Εκεί έγινε μοναχός στη μονή Ιβήρων. Διηγήθηκε, τότε, στους αδελφούς του την ιστορία της θαυματουργής εικόνας και της διάσωσής της από τους εικονομάχους.
Η εμφάνιση της εικόνας στον Άθω
Για 170 χρόνια κανείς δεν γνώριζε πού βρίσκεται το ιερό κειμήλιο. Από το 829, όταν ρίχτηκε στη θάλασσα, έως το 1004, όταν με τρόπο θαυματουργικό εντοπίστηκε στις ακτές του Αγίου Όρους, η εικόνα παρέμενε εξαφανισμένη. Τελικά, παρουσιάστηκε στους μοναχούς της μονής Ιβήρων.
Μια μέρα, ενώ η αδελφότητα ήταν συγκεντρωμένη και απορροφημένη σε πνευματικές συζητήσεις, οι μοναχοί είδαν μια λαμπερή στήλη φωτός να ανεβαίνει από τη θάλασσα προς τον ουρανό. Προσπάθησαν τότε να φτάσουν στο σημείο εκείνο με βάρκες και να αντικρίσουν το θαύμα. Κατάφεραν, έτσι, να διακρίνουν πως το φως προερχόταν από την εικόνα της Παναγίας. Ωστόσο, όσο πλησίαζαν, εκείνη απομακρυνόταν.
Συγκεντρώθηκαν στον ναό της μονής και προσευχήθηκαν θερμά στον παντοδύναμο Θεό, για να τους επιτρέψει να παραλάβουν το ιερό κειμήλιο. Ο Κύριος άκουσε τις προσευχές τους και τους απάντησε.
Στα δάση έξω από τη μονή ζούσε ένας ασκητής, ο μοναχός Γαβριήλ ο Ίβηρας. Ήταν ένας απλός και ταπεινός άνθρωπος, που επιβίωνε επαναλαμβάνοντας διαρκώς την ευχή, κρατώντας τον νου και την καρδιά του συγκεντρωμένα στο πρόσωπο του Χριστού. Τρεφόταν με βότανα από το βουνό, έπινε νερό από τις πηγές και ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στον Λόγο του Ευαγγελίου.
Μια μέρα, ενώ προσευχόταν, ένιωσε την ακατανίκητη επιθυμία να κοιμηθεί. Μόλις έκλεισε τα μάτια του, εμφανίστηκε μπροστά του η Θεοτόκος, με όλη τη θεϊκή της μεγαλοπρέπεια. Του είπε: «Πήγαινε στο μοναστήρι σου και πες στον ηγούμενο πως εσύ θα παραλάβεις την εικόνα μου από τη θάλασσα. Κατέβα στον γιαλό και περπάτησε πάνω στα κύματα. Έτσι, θα μάθουν όλοι πόση αγάπη και φροντίδα έχω για το μοναστήρι». Αφού τα είπε αυτά, η Παναγία εξαφανίστηκε.
Ο ασκητής πήγε αμέσως στη μονή και ανακοίνωσε τα χαρμόσυνα νέα στους αδελφούς του. Οι άγιοι πατέρες ετοίμασαν επίσημη πομπή και, ψέλνοντας ύμνους προς τη Θεοτόκο, κατέβηκαν στη θάλασσα. Ακολουθώντας πιστά τις εντολές της Παναγίας, ο Γαβριήλ περπάτησε πάνω στο νερό και πήρε την εικόνα στα χέρια του.
Οι πατέρες περιμάζεψαν τη θαυματουργή εικόνα με μεγάλη χαρά και ευγνωμοσύνη. Για τρεις μέρες και τρεις νύχτες πραγματοποιούσαν αγρυπνίες, προσευχόντουσαν και τελούσαν τη Θεία Λειτουργία, ευχαριστώντας τον Κύριο και τη Θεοτόκο για το θαύμα που συντελέστηκε.
Η προστάτιδα της Ιεράς Μονής Ιβήρων
Η εικόνα τοποθετήθηκε αρκετές φορές στο καθολικό της μονής. Ωστόσο, κάθε φορά εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν με τρόπο θαυματουργικό πάνω από τις πύλες της εισόδου. Το γεγονός αυτό επαναλαμβανόταν διαρκώς, έως ότου η Θεοτόκος παρουσιάστηκε ξανά στον γέροντα Γαβριήλ και του είπε:
«Πες στον ηγούμενο να σταματήσει να με ταλαιπωρεί. Δεν ήρθα στο μοναστήρι για να με προστατεύετε, αλλά για να σας προστατεύω, να είμαι φύλακάς σας τόσο στην επίγεια ζωή όσο και στην αιώνια. Πες, ακόμη, στους μοναχούς να έχουν θάρρος και να μη φοβούνται την κόλαση όσοι ζουν ταπεινά, με ευλάβεια, όσοι είναι επιμελείς και καλλιεργούν τις αρετές τους, και όσοι τελειώνουν την επίγεια ζωή τους εδώ, διότι ζήτησα από τον Υιό και Θεό μου να τους χαρίζει το έλεός Του. Θυμήσου, ακόμη, το εξής: όσο η εικόνα μου θα παραμένει στη μονή, ο Άθως δεν θα στερηθεί την ευσπλαχνία και τη χάρη του Κυρίου».
Ακούγοντας τα λόγια αυτά, ο γέροντας έσπευσε στο μοναστήρι και μετέφερε την επιθυμία της Παναγίας στον ηγούμενο. Εκείνος χάρηκε πολύ, δόξασε τον Θεό και αποφάσισε να χτιστεί στην είσοδο ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία Πορταΐτισσα.
Από τότε, η εικόνα φυλάσσεται στο παρεκκλήσι αυτό. Θεωρείται, μάλιστα, πως εάν φύγει από τη θέση της, αυτό θα σηματοδοτήσει το τέλος της αθωνικής πολιτείας και την αρχή της αντίστροφης μέτρησης για τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.