Ο Όσιος Μακάριος γεννήθηκε το 1349 στο Νίζνι Νόβγκοροντ από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι για πολύ καιρό δεν είχαν παιδιά και προσεύχονταν θερμά να τους τα χαρίσει ο Θεός. Στη νηπιακή ηλικία άρχιζε να κλαίει πικρά με τα πρώτα χτυπήματα της καμπάνας που καλούσε στη λατρεία και ηρεμούσε μόνο όταν τον έφερναν στον ναό, όπου στεκόταν με κατάνυξη και χαρά.
Σε ηλικία δώδεκα ετών έφυγε κρυφά από τους γονείς του και εκάρη μοναχός στη Μονή Πετσέρσκ του Νίζνι Νόβγκοροντ από τον άγιο Διονύσιο. Θέλοντας να αποφεύγει τους επαίνους, ο ταπεινός Μακάριος μετοίκησε από το μοναστήρι σε ένα μικρό κελλί κοντά στον οικισμό Ρέσμα, στην περιοχή Γιούριεβετς. Σε λίγο συγκεντρώθηκαν γύρω του άνθρωποι που αγαπούσαν την ερημική ζωή και οργάνωσε γι’ αυτούς μονή προς τιμήν των Θεοφανείων του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Η αγάπη του για τη σιωπή τον έκανε να φύγει και από εκεί και να εγκατασταθεί σε σπηλιά κοντά στη λίμνη Ζελτοβόντσκογιε, στην αριστερή όχθη του ποταμού Βόλγα. Όμως και εδώ συγκεντρώθηκε αδελφότητα, και γύρω στο 1434 ο γέροντας ίδρυσε γι’ αυτούς μονή στο όνομα της Υπεραγίας και Ζωοποιού Τριάδος. Ο άγιος άρχισε να κηρύττει τον Χριστιανισμό στους γύρω αλλόθρησκους και βάπτιζε μουσουλμάνους και ειδωλολάτρες στη λίμνη Ζελτοβόντσκογιε.
Το 1439 η μονή λεηλατήθηκε από τους Τατάρους και ο ενενηντάχρονος Όσιος Μακάριος αιχμαλωτίστηκε. Από σεβασμό για την ευσέβειά του, ο χαν άφησε ελεύθερο τον άγιο και μαζί του περίπου τετρακόσιους χριστιανούς, με τον όρο να μη εγκατασταθούν κοντά στη λίμνη του Κίτρινου Νερού. Ο Όσιος έθαψε τους σκοτωμένους και κατευθύνθηκε προς τα μέρη του Γκάλιτς, όπου ίδρυσε νέα μονή στις όχθες της λίμνης Ούνζα. Εκοιμήθη σε ηλικία 95 ετών.
Κατά τη ζωή του θεράπευε αρρώστους, και μετά την κοίμησή του πολλοί λάμβαναν ιάσεις από τα άγιά του λείψανα. Οι μοναχοί έχτισαν πάνω από τον τάφο του ναό. Το 1522 Τατάροι που προσπάθησαν να λεηλατήσουν τη μονή τυφλώθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Το 1532, με τις προσευχές του Οσίου Μακαρίου, σώθηκε από τους Τατάρους η πόλη Σολιγκάλιτς. Πάνω από πενήντα άνθρωποι έλαβαν θεραπεία από βαριές ασθένειες με τις προσευχές του Οσίου, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από επιτροπή που έστειλε ο Πατριάρχης Φιλάρετος το 1619.
