Η μνήμη των Αγίων Παύλου και Ιουλιανής καθιερώθηκε προς τιμήν του μαρτυρικού τους αγώνα και της ομολογίας της πίστεώς τους ενώπιον του αυτοκράτορα Αυρηλιανού.
Τον 3ο αιώνα ο αυτοκράτορας επισκέφθηκε την πόλη Πτολεμαΐδα της Φοινίκης, όπου τον υποδέχθηκαν οι κάτοικοί της. Ανάμεσα στο πλήθος βρισκόταν ένας χριστιανός ονόματι Παύλος. Μόλις αντίκρισε τον αυτοκράτορα, έκανε το σημείο του Σταυρού, γεγονός που έγινε αντιληπτό από όσους βρίσκονταν γύρω του. Ο Παύλος οδηγήθηκε στη φυλακή και την επόμενη ημέρα δικάστηκε. Ο νεαρός δήλωσε ενώπιον όλων ότι ομολογούσε την πίστη του στον Χριστό τον Σωτήρα. Επειδή ομολόγησε δημόσια την πίστη του στον Χριστό, υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια.
Η Ιουλιανή, βλέποντας τα βασανιστήρια του αδελφού της, κατηγόρησε τον αυτοκράτορα για αδικία και υποβλήθηκε και η ίδια σε βασανισμούς. Τον αδελφό και την αδελφή τούς χτύπησαν άγρια, τους έριξαν επάνω σε πυρακτωμένες σχάρες και καταξέσχισαν τα σώματά τους με αιχμηρά άγκιστρα. Ο Παύλος και η Ιουλιανή, όμως, υπέμειναν με καρτερία όλα τα βασανιστήρια. Ανάμεσα στους βασανιστές τους ήταν οι στρατιώτες Κοδράτος, Ακάκιος και Στρατόνικος. Θαυμάζοντας το ψυχικό σθένος του αδελφού και της αδελφής, δήλωσαν ότι ήταν χριστιανοί και εκτελέστηκαν αμέσως.
Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να δελεάσει την Ιουλιανή, υποσχόμενος να την πάρει ως σύζυγό του, εάν αρνιόταν τον Κύριο Ιησού Χριστό. Η παρθένος, όμως, παρέμεινε πιστή στον Σωτήρα και αρνήθηκε με αγανάκτηση. Ο εξοργισμένος άρχοντας διέταξε να ατιμάσουν την αγία, αλλά όποιος την άγγιζε τυφλωνόταν αμέσως. Κυριευμένος από οργή, ο Αυρηλιανός διέταξε να κάψουν τους αγίους, προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών από τον λαό. Μη θέλοντας να ακούσει τον γογγυσμό των υπηκόων του, ο σκληρόκαρδος αυτοκράτορας πρόσταξε να αποκεφαλίσουν αμέσως τους μάρτυρες.
Ο αδελφός και η αδελφή βάδιζαν προς τον τόπο της εκτελέσεως με χαρούμενα πρόσωπα, ψάλλοντας: «Ότι έσωσας ημάς, Κύριε, εκ των θλιβόντων ημάς και τους μισούντας ημάς κατήσχυνας» (Ψαλμ. 43:8).
