Επίσκοπος
Ο Νικόλαος Βελιμίροβιτς γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο ορεινό χωριό Λέλιτς, στη δυτική Σερβία, σε πολυμελή αγροτική οικογένεια του Ντραγκομίρ και της Κατερίνας Βελιμίροβιτς. Είναι γνωστό ότι η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Λέλιτς στα τέλη του 18ου αιώνα, προερχόμενη από το Όσατ της Βοσνίας.
Ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στο σχολείο της μονής Τσέλιε, όπου τον έστειλε ο πατέρας του για να μάθει γραφή και ανάγνωση, αλλά μόνο τόσο «ώστε να μπορεί να διαβάζει ανακοινώσεις των αρχών και να απαντά σε αυτές», και κατόπιν να παραμείνει στο χωριό ως στυλοβάτης της οικογένειας και «μορφωμένος» άνθρωπος. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες ο Νικόλαος έδειξε εξαιρετικό ζήλο για τη μάθηση. Το ταλέντο του παρατηρήθηκε από τον δάσκαλό του Μιχαήλο Στουπάρεβιτς, ο οποίος του συνέστησε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο του Βαλιέβο, όπου ο Νικόλαος διακρίθηκε ως καλός μαθητής.
Μετά την ολοκλήρωση της έκτης τάξης του γυμνασίου προσπάθησε να εισαχθεί στη Στρατιωτική Ακαδημία, αλλά η ιατρική επιτροπή τον έκρινε ακατάλληλο λόγω χαμηλού αναστήματος και ανεπαρκούς περιμέτρου θώρακα. Αμέσως μετά υπέβαλε αίτηση στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, όπου έγινε δεκτός, αν και και πάλι με δυσκολία, δήθεν λόγω αδύναμης φωνητικής ακοής.
Οι σπουδές του στη θεολογική σχολή ήταν επιτυχείς. Τα επιτεύγματά του στις επιστήμες ήταν καρπός συστηματικής εργασίας. Μέχρι την ηλικία των είκοσι τεσσάρων ετών είχε ήδη μελετήσει τα έργα των Νιέγκος, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Βολταίρου, Ουγκώ, Νίτσε, Μαρξ, Πούσκιν, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι και άλλων. Ιδιαίτερα διακρίθηκε για τις σκέψεις του γύρω από τον Νιέγκος, τον οποίο αγαπούσε ως ποιητή και στοχαστή ήδη από τα χρόνια των σπουδών του στο Γυμνάσιο του Βαλιέβο.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Βελιγράδι προσβλήθηκε από φυματίωση, εξαιτίας της διαμονής σε στενόχωρο διαμέρισμα και της κακής διατροφής. Μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως δάσκαλος στα χωριά Ντράτσιτς και Λέσκοβιτσα, κοντά στο Βαλιέβο, όπου γνώρισε από κοντά τη ζωή και την ψυχική κατάσταση των Σέρβων αγροτών και συνδέθηκε φιλικά με τον ιερέα Σάββα Πόποβιτς, πρόσφυγα από το Μαυροβούνιο. Μαζί περιόδευαν στον λαό και τον βοηθούσαν στα ενοριακά ζητήματα. Κατόπιν συμβουλής του γιατρού του, ο Νικόλαος πέρασε τις θερινές διακοπές στη θάλασσα, όπου γνώρισε και με αγάπη περιέγραψε τη ζωή των κατοίκων του Κόλπου του Κότορ, του Μαυροβουνίου και της Δαλματίας. Ήδη κατά τα χρόνια της θεολογικής σχολής βοηθούσε τον Αλέξα Ίλιτς στη σύνταξη της εφημερίδας “Hrišćanski vesnik”, στην οποία επί σειρά ετών δημοσίευε τα πρώτα του γράμματα και έργα.
Σπούδασε στη Παλαιοκαθολική Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βέρνης και το 1908 έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα θεολογίας magna cum laude, υπερασπιζόμενος διατριβή με θέμα “Η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού ως θεμέλιο των δογμάτων της Αποστολικής Εκκλησίας”. Το έργο γράφτηκε στα γερμανικά και εκδόθηκε στην Ελβετία το 1910, ενώ αργότερα μεταφράστηκε στα σερβικά. Στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, εκπονώντας διατριβή με θέμα “Η φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ” για την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου στη φιλοσοφία, την οποία υπερασπίστηκε στη Γενεύη στα γαλλικά.
Επιστρέφοντας στη Σερβία άρχισε να διδάσκει στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου και ταυτόχρονα δημοσίευε άρθρα του σε σερβικά εκκλησιαστικά περιοδικά. Μετά την ανάρρωσή του από τη φυματίωση εκάρη μοναχός στη μονή Ράκοβιτσα, κοντά στο Βελιγράδι, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Νικόλαος.
Το 1910 μετέβη στη Ρωσία για σπουδές στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ταξίδεψε πολύ σε ολόκληρη τη Ρωσία, επισκέφθηκε όλα τα πιο γνωστά ιερά προσκυνήματα και γνώρισε στενότερα τον ρωσικό λαό.
Επέστρεψε στη Σερβία, όπου τον βρήκε το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο πατήρ Νικόλαος εξομολογούσε και κοινωνούσε τους Σέρβους στρατιώτες στις πρώτες γραμμές, ενισχύοντας το φρόνημά τους με το κήρυγμα. Ολόκληρο τον μισθό του έως το τέλος του πολέμου τον διέθετε για τις ανάγκες των τραυματιών.
Το 1920 χειροτονήθηκε επίσκοπος της Επαρχίας Αχρίδας. Στις 21 Ιουνίου 1934 διορίστηκε επίσκοπος Ζίτσα.
Στις 18 Νοεμβρίου 1942 συνελήφθη με προσωπική εντολή του Χίτλερ «να καταστραφεί η σερβική διανόηση, να αποκεφαλιστεί η ηγεσία της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με πρώτους τον πατριάρχη Ντόζιτς, τον μητροπολίτη Ζιμόνιτς και τον επίσκοπο Ζίτσα Νικόλαο Βελιμίροβιτς». Τέθηκε υπό κράτηση στη μονή Βόιλοβιτσα στο Πάντσεβο, όπου στις 13 Μαρτίου 1943 συλλειτούργησε μαζί του ο Θαντέος Βιτόβνιτσκι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη μονή, ο επίσκοπος Νικόλαος επιμελήθηκε και διόρθωσε τη σερβική μετάφραση της Καινής Διαθήκης που είχε κάνει ο Βουκ Καράτζιτς. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, μαζί με τον Πατριάρχη Σερβίας Γαβριήλ, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, όπου κρατήθηκαν σε ειδικό τμήμα για ανώτερους αξιωματικούς και κληρικούς (γερμ. Ehrenbunker). Κανένα άλλο ευρωπαϊκό θρησκευτικό πρόσωπο τέτοιου βαθμού δεν φυλακίστηκε εκεί. Ο επίσκοπος Νικόλαος και ο πατριάρχης Γαβριήλ παρέμειναν στο Νταχάου έως το τέλος του πολέμου και απελευθερώθηκαν στις 8 Μαΐου 1945 από την 36η Αμερικανική Μεραρχία. Μετά την απελευθέρωσή του ο επίσκοπος μετέβη στην Αγγλία και από εκεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του τις πέρασε στη ρωσική μονή του Αγίου Τύχωνα στην πολιτεία της Πενσυλβάνια, όπου εκοιμήθη στις 18 Μαρτίου 1956. Από τη μονή το σώμα του μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο της σερβικής μονής του Αγίου Σάββα στο Λίμπερτιβιλ της πολιτείας Ιλινόις.
