Την εποχή των εικονομάχων αυτοκρατόρων, ένας ευγενής άρχοντας, ο Λέων, ζούσε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, μαζί με τη γυναίκα του Μαρία και τους επτά γιους του. Από αυτούς, ο μεγαλύτερος ήταν ο Μεθόδιος, ενώ ο μικρότερος ήταν ο Κωνσταντίνος, γνωστός με το μοναχικό όνομα Κύριλλος. Ο Άγιος Μεθόδιος εγκατέλειψε την κοσμική ζωή και έγινε μοναχός σε μια μονή του Ολύμπου, όπου άρχισε να μελετά τα ιερά κείμενα.
Ο Κωνσταντίνος, όντας πολύ ευλαβής ήδη από την παιδική του ηλικία, μεγάλωσε αποκτώντας πλήθος αρετών. Ξεχώριζε για την ευφυΐα και τη μνήμη του, μελετούσε με πάθος της διάφορες επιστήμες και είχε μεγάλη αγάπη για τις διδαχές του Αγίου Γρηγορίου τον Θεολόγου. Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Θεόφιλου, ο Κωνσταντίνος κλήθηκε να σπουδάσει μαζί με τον νεαρό αυτοκράτορα Μιχαήλ, αναδεικνύοντας τις ικανότητές του και αποκτώντας τη φήμη του φιλοσόφου.
Αφού έγινε ιερέας και βιβλιοθηκάριος, ο Κωνσταντίνος αποσύρθηκε σε μια μονή. Έδρασε, μεταξύ άλλων, ως δάσκαλος φιλοσοφίας. Στη διδασκαλία του καταδίκαζε τους αιρετικούς και υπερασπιζόταν με σθένος την Ορθοδοξία, συμμετέχοντας στις αντιπαραθέσεις σχετικά με τις άγιες εικόνες. Σε ηλικία 24 ετών, στάλθηκε στους Σαρακηνούς, όπου υπερασπίστηκε με επιτυχία τη χριστιανική πίστη, καταγγέλοντας τις πλάνες και τις αμαρτίες του λαού.
Μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, αποσύρθηκε ξανά και έζησε σε απομόνωση, εναποθέτοντας κάθε ελπίδα του στην πρόνοια του Κυρίου. Αργότερα, κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα Μιχαήλ, μετέβη σε νέους τόπους, όπου μαζί με τον αδελφό του Μεθόδιο, δίδαξε και έφερε το φως της χριστιανικής πίστης. Μαζί μελέτησαν πολλές γλώσσες, μετέφρασαν ιερά κείμενα και μετέστρεψαν πλήθος λαών στον χριστιανισμό.
