Ο Άγιος Αρσένιος του Νόβγκοροντ, κατά κόσμο Αμβρόσιος, γεννήθηκε στην πόλη Ρζέβ, στην οικογένεια ευσεβών χριστιανών. Εργαζόταν στην επεξεργασία δερμάτων, βοηθούσε τους φτωχούς και επισκεπτόταν καθημερινά τις εκκλησίες για να προσευχηθεί. Μετά τον θάνατο του πατέρα του και με την επιμονή της μητέρας του, παντρεύτηκε. Ωστόσο, σύντομα άφησε τα πάντα για να υπηρετήσει τον Κύριο, εγκαταλείποντας την κοσμική ζωή και φεύγοντας κρυφά στο Μεγάλο Νόβγκοροντ.
Το 1562, με τη βοήθεια του Θεοδώρου Δημητρίεβιτς Σίρκωφ, ίδρυσε ένα μοναστήρι και μια εκκλησία προς τιμήν της Γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί έγινε μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Έζησε έναν αυστηρά ασκητικό βίο, φορώντας αλυσίδες στο σώμα του, νηστεύοντας και αφιερώνοντας τον εαυτό του στην προσευχή. Απέκτησε έτσι το χάρισμα των δακρύων.
Το 1570, ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός ήρθε κοντά του προσφέροντάς του δώρα. Ωστόσο, μαθαίνοντας για τις σκληρές εκτελέσεις που έγιναν στην περιοχή του Νόβγκοροντ, ο άγιος τα αρνήθηκε, κατηγορώντας τον τσάρο για τη σκληρότητά του. Προείδε τον θάνατό του και στις 12 Ιουλίου 1570, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, παρέδωσε την ψυχή του.
Ταφήκε στη μονή, ενώ λίγο αργότερα χτίστηκε προς τιμήν του παρεκκλήσι. Το 1634, άρχισαν να καταγράφονται θαυματουργικές θεραπείες, οι οποίες συντελούνταν με τη χάρη των αγίων του λειψάνων. Το 1787, αυτά μεταφέρθηκαν στη Μονή Κυρίλλου, όπου αγιάστηκε επίσης παρεκκλήσι προς τιμήν του Αγίου Αρσενίου. Η μνήμη του τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά τις 18 Ιανουαρίου.
Ο άγιος θεωρείται διά Χριστόν σαλός.
