Όπως περιγράφεται στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ο Ιησούς συνάντησε τη Σαμαρείτιδα δίπλα σε ένα πηγάδι.
«Απεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δι᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.».
(Κατά Ιωάννην 4:13-14)
Το πηγάδι αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται στη Σαμάρεια. Έχει βάθος περίπου 35 μέτρα και είναι τοποθετημένο περίπου 500 μέτρα νοτιοανατολικά της πόλης Συχέμ, η οποία αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Σύμφωνα με την παράδοση, δημιουργήθηκε από τον Ιακώβ, γιο του Ισαάκ.
Σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων.
Όπως συνηθιζόταν, οι ντόπιες γυναίκες έφερναν το νερό κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν έπεφτε ο ήλιος και είχε δροσιά. Ωστόσο, καθώς η Σαμαρείτιδα είχε κακή φήμη, μετέφερε το νερό της κατά τη διάρκεια της μέρας, προκειμένου να αποφύγει τον κόσμο. Ο Ιησούς πλησίασε τη γυναίκα και της ζήτησε να πιει. Εκείνη κατάλαβε από την ομιλία και τα ρούχα του πως ήταν Εβραίος ταξιδιώτης. Εξεπλάγη τότε και, όπως αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, του είπε: «“Πώς συ, που είσαι Ιουδαίος, ζητείς νερό να πιής από εμέ, η οποία είμαι Σαμαρείτισσα;” Είπε δε αυτό, διότι οι Ιουδαίοι εμισούσαν και απεστρέφοντο τους Σαμαρείτας και δεν ήθελαν να έχουν καμμίαν επικοινωνίαν και σχέσιν με αυτούς».
Εκείνος της απάντησε:
«Εάν εγνώριζες την δωρεάν, την οποίαν ο Θεός δίδει στους ανθρώπους, και ποιός είναι αυτός που σου λέγει, δος μου να πιώ, συ θα εζητούσες από αυτόν και θα σου έδιδε πηγαίο νερό, που δεν στειρεύει ποτέ».
Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε τα λόγια του Χριστού και, νομίζοντας πως αναφερόταν στο τρεχούμενο νερό, του είπε:
«Κύριε, ούτε δοχείον έχεις, δια να βγάλης νερό, και το πηγάδι είναι βαθύ. Από που λοιπόν έχεις, και μάλιστα την ώρα αυτήν, το δροσερό νερό; Μήπως συ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, ο οποίος έδωκε το πηγάδι εις ημάς, και από το νερό του οποίου έπιε και αυτός και τα παιδιά του και όλα τα ζώα που έβοσκε;»
Αποκρίθηκε ο Ιησούς και της είπε: «Όποιος πίνει από αυτό το νερό, θα διψάση πάλιν · Εκείνος όμως που θα πιή από το νερό, το οποίον εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάση ποτέ, αλλά το νερό, που εγώ θα του δώσω, θα μεταβληθή μέσα του εις αστείρευτον πηγήν πνευματικού ύδατος, που θα αναβλύζη πάντοτε και θα του χαρίζη αιωνίαν ζωήν».
Έπειτα, της είπε να φωνάξει τον σύζυγό της, όμως εκείνη μπερδεμένη και σαστισμένη απάντησε πως δεν είχε. «Καλά είπες ότι, δεν έχω άνδρα. Διότι πέντε συζύγους τον ένα κατόπιν του άλλου επήρες και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι νόμιμος σύζυγός σου· τούτο που είπες αληθινό είναι».
Έτσι, η γυναίκα συνειδητοποίησε πως δεν μιλούσε σε έναν κοινό θνητό, αλλά στον ίδιο τον Μεσσία.
Το πηγάδι του Ιακώβ βρίσκεται, σήμερα, στο έδαφος ενός ελληνορθόδοξου μοναστηριού, κάτω από το ιερό του ναού. Η πρώτη εκκλησία χτίστηκε στο σημείο αυτό τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. Ο ηγούμενος της μονής, Γέροντας Ιουστίνος, με καταγωγή από το νησί της Κέρκυρας, υπέμεινε εκεί πολλές κακουχίες, καθώς Μουσουλμάνοι και Εβραίοι προσπαθούσαν διαρκώς να μοιράσουν την περιοχή μεταξύ τους, προκειμένου να καταλάβουν τον σπουδαίο αυτόν τόπο, που είχε υποδεχτεί τον ίδιο τον Χριστό.
