Ο Άγιος Παφνούτιος, ασκούμενος σε ένα από τα μοναστικά ερημητήρια της Αιγύπτου, διηγήθηκε το ταξίδι, κατά το οποίο συνάντησε τον Άγιο Ονούφριο, καθώς και άλλους ερημίτες. Ξεκίνησε τον δρόμο του επιθυμώντας να δει αν υπάρχουν μοναχοί που εργάζονται για τον Κύριο με περισσότερο σθένος και επιμονή.
Συνάντησε, αρχικά, τον ερημίτη Τιμόθεο, ο οποίος τον αντίκρυσε τρομαγμένος, καθώς ήταν απορροφημένος στην προσευχή. Ο Τιμόθεος μοιράστηκε μαζί του στιγμές από τον βίο του. Του μίλησε για το πώς εγκατέλειψε τη μοναστική κοινότητα για να ζήσει ως ερημίτης και να υπηρετήσει τον Θεό. Του διηγήθηκε, ακόμη, τις δοκιμασίες που πέρασε, συμπεριλαμβανομένων των πειρασμών, των επιθέσεων των δαιμόνων και των ασθενειών, καθώς και το πώς ο Θεός τον θεράπευε κάθε φορά θαυματουργικά.
Ο Παφνούτιος, επιθυμώντας να μιμηθεί τον Τιμόθεο, συνέχισε το ταξίδι του στην έρημο, έως ότου συνάντησε τον Άγιο Ονούφριο. Μετά από τέσσερις ημέρες σταθερής πορείας, εντόπισε μια σπηλιά, μέσα στην οποία στεκόταν ο άγιος, βαθιά απορροφημένος στην προσευχή, παρακαλώντας τον Θεό μετά δακρύων. Ζούσε στην έρημο εξήντα ολόκληρα χρόνια. Του διηγήθηκε το πώς έφυγε από το μοναστήρι, το πώς επιβίωνε και πώς οι άγγελοι του Θεού φρόντιζαν για αυτόν, φέρνοντάς του τροφή και νερό.
Ο Όσιος Ονούφριος ανέφερε πως κάθε μήνα τρεφόταν με καρπούς από τα δέντρα και νερό από μια κοντινή πηγή. Του εξήγησε πως ένας άγγελος Κυρίου του έφερνε τη θεία κοινωνία κάθε Σάββατο και Κυριακή. Στο τέλος της ζωής του, ζήτησε από τον Άγιο Παφνούτιο να επιστρέψει στην Αίγυπτο και να διηγηθεί όσα είχε μάθει για τις ζωές των ασκητών της ερήμου.
Ο όσιος κοιμήθηκε, αφήνοντας στον Παφνούτιο την ευλογία του.
Εκείνος τον έθαψε με τιμές και, βλέποντας πως δεν ήταν θέλημα Θεού να παραμείνει στην έρημο, επέστρεψε κοντά στους αδελφούς του για να μοιραστεί όσα είδε και άκουσε.
