Στις 28 Οκτωβρίου 1688 κοιμήθηκε ο Σέρμπαν Καντακουζινός, ηγεμόνας της Βλαχίας, την περίοδο της βασιλείας του οποίου οικοδομήθηκαν πολλές ιερές μονές και άρχισε η έκδοση της Αγίας Γραφής στη ρουμανική γλώσσα. Την ίδια ημέρα οι βλάχοι βογιάροι ανέβασαν στον θρόνο τον ανηψιό του, Κωνσταντίνο Μπρινκοβεάνου, άνθρωπο με μεγάλη μόρφωση και υψηλή παιδεία, ο οποίος γνώριζε ελληνικά, λατινικά, καθώς και την εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα.
Η διακυβέρνησή του ξεκίνησε σε δύσκολους καιρούς, όταν οι Οθωμανοί διεξήγαν πόλεμο με τους Αυστριακούς. Ο νέος ηγεμόνας, προικισμένος με σπουδαίες διπλωματικές ικανότητες, κατόρθωσε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές, σώζοντας έτσι τη χώρα από τις καταστροφές του πολέμου. Τα 26 χρόνια της βασιλείας του αποτέλεσαν μια εποχή ακμής για την ορθοδοξία, τον πολιτισμό και την τέχνη της χώρας. Οικοδομούνταν νέοι ναοί και μοναστήρια, άνοιγαν σχολεία, και εκδίδονταν βιβλία σε διάφορες γλώσσες.
Ο Κωνσταντίνος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους κτήτορες μονών και εκκλησιών. Το καλοκαίρι του 1690 τέθηκαν τα θεμέλια της Μονής Χουρέζι, με τον ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Ανεγέρθηκε, ακόμη, η Μονή Ράμνικου-Σαράτ, ενώ ανακαινίστηκαν πολλοί ναοί και μοναστήρια. Στο Βουκουρέστι ανεγέρθηκαν τρεις νέες εκκλησίες, από τις οποίες σώζεται σήμερα μόνο η εκκλησία της μονής του Αγίου Γεωργίου του Νέου. Ο άγιος ενίσχυε τις εκκλησίες και τις μοναχικές κοινότητες στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, προσφέροντας πάντοτε τη βοήθειά του και στους τέσσερις ορθόδοξους πατριαρχικούς θρόνους.
Η εποχή αυτή της ακμής έλαβε τέλος με την καθαίρεσή του. Οι μηχανορραφίες των αντιπάλων του, καθώς και η προσχώρηση ενός εκ των βογιάρων στο πλευρό του ρωσικού στρατού προκάλεσαν υποψίες στην Οθωμανική Πύλη.
Κλήθηκε, τότε, μαζί με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη. Όταν έφτασαν, τον Μάρτιο του 1714, κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα, αιχμαλωτίστηκαν στο φρούριο του Γεντί Κουλέ. Τους υποσχέθηκαν πως η ζωή τους θα του χαριζόταν μόνο εφόσον δεχόντουσαν να ασπαστούν το ισλάμ, όμως ο ηγεμόνας απέρριψε αποφασιστικά την πρότασή τους.
Στις 15 Αυγούστου 1714, την ημέρα της γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όταν ο ηγεμόνας είχε μόλις συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Εκεί, παρουσία του σουλτάνου, των πρεσβευτών ξένων κρατών, της συζύγου και των θυγατέρων του, που είχαν εξαναγκαστεί να παραστούν στο απάνθρωπο αυτό θέαμα, ο άγιος και οι τέσσερις γιοι του αποκεφαλίστηκαν. Πρώτος εκτελέστηκε ο Ιανάκε Βεκέρέτσκου, ο πιο κοντινός σύμβουλος του ηγεμόνα, ενώ στη συνέχεια αποκεφαλίστηκαν τα παιδιά του, ο Κωνσταντίνος, ο Στέφανος, ο Ράντου και ο Ματθαίος. Μόνο αφού υπέμεινε το μαρτύριό τους, ο άγιος οδηγήθηκε και ο ίδιος στον θάνατο. Τα κεφάλια τους καρφώθηκαν σε λόγχες και περιφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ τα σώματά τους ρίχθηκαν την επόμενη ημέρα στον Βόσπορο. Χριστιανοί ψαράδες ανέσυραν τα ιερά λείψανά τους από τη θάλασσα και τα έθαψαν σε ένα ελληνικό μοναστήρι στη Χάλκη.
Με τον μαρτυρικό του θάνατο ο Κωνσταντίνος Μπρινκοβεάνου αποτέλεσε παράδειγμα θυσίας και ομολογίας της πίστης. Στις 20 Ιουνίου 1992 η Ιερά Σύνοδος της Ρουμανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας αναγνώρισε επισήμως τον άγιο ως νεομάρτυρα και ομολογητή.
