Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στο χωριό Πούκχοβο, κοντά στο Ούστγιουγκ, από τους γονείς Σάββα και Ναταλία. Από μικρή ηλικία έδειξε εξαιρετική εγκράτεια, νηστεύοντας με κατάνυξη και αυστηρότητα. Είναι χαρακτηριστικό πως την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν έτρωγε τίποτα, ενώ τις άλλες μέρες περιοριζόταν στην κατανάλωση ψωμιού και νερού. Η μητέρα του προσπάθησε να τον πείσει να αλλάξει τρόπο ζωής, όμως αυτός επέμενε πως η εγκράτεια θα τον απάλλασσε από το βάρος των αμαρτιών.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του έγινε μοναχή και έπειτα ηγουμένη του μοναστηριού. Ο Ιωάννης, συνειδητοποιώντας τη ματαιότητα του κοσμικού βίου, εμφανίστηκε στην πόλη ως διά Χριστόν σαλός. Εκεί εγκαταστάθηκε σε μια μικρή καλύβα της εκκλησίας. Περνούσε τις νύχτες προσευχόμενος, ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας προσποιούνταν τον τρελό, υπομένοντας τις κοροϊδίες και τις προσβολές του κόσμου. Υπέμενε, ακόμη, την πείνα και τη δίψα.
Ο άγιος επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων με τις προσευχές του. Μεταξύ άλλων, θεράπευσε την πριγκίπισσα Μαρία από ισχυρό πυρετό. Το 1494, γνωρίζοντας πως το τέλος της ζωής του πλησίαζε, προσευχήθηκε για ειρήνη και ανάπαυση κοντά στον Θεό, σχηματίζοντας πάνω στο σώμα του το σημείο του σταυρού. Παρέδωσε, έτσι, την ψυχή του στον Κύριο. Τάφθηκε κοντά στον καθεδρικό ναό, όπου έως σήμερα επιτελούνται θαύματα με τη χάρη των αγίων λειψάνων του.
