Ο Άγιος Αρσένιος γεννήθηκε στη Ρώμη από ευσεβείς γονείς. Ήταν σοφός και ενάρετος άνθρωπος. Εγκατέλειψε την κοσμική ζωή και έγινε διάκονος της ρωμαϊκής εκκλησίας, νιώθοντας μεγάλη αγάπη και πόθο για την αληθινή σοφία. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας αναζητούσε τότε δάσκαλο για τους γιους του και, μαθαίνοντας για την ενάρετη προσωπικότητα του Αγίου Αρσενίου, τον κάλεσε να έρθει κοντά του. Παρά τις αντιρρήσεις που είχε ο άγιος, συμφώνησε τελικά και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου ορίστηκε δάσκαλος του Αρκαδίου και του Γονορίου. Στα νεαρά αγόρια δίδασκε τότε τόσο τις κοσμικές γνώσεις όσο και τη χριστιακή ηθική και φιλοσοφία.
Ο Άγιος Αρσένιος φρόντιζε για την ανατροφή των παιδιών, υπογραμμίζοντας τη σημασία της αρετής και της υπακοής στον λόγο του Ευαγγελίου. Υπήρξε, επίσης, νονός τους κατά τη βάπτιση. Ωστόσο, επιθυμώντας μια ζωή σε απομόνωση και ησυχία, άρχισε να προσεύχεται στον Κύριο για να τον ελευθερώσει από τις κοσμικές φροντίδες. Έτσι, μετά από μια τιμωρία που επέβαλε στον μαθητή του Αρκάδιο, ο άγιος άκουσε τη θεϊκή φωνή που τον προέτρεπε να εγκαταλείψει το παλάτι και να μεταβεί στην έρημο, προκειμένου να γλυτώσει από την εκδίκηση που του ετοίμαζε ο νεαρός άνδρας.
Στην έρημο, ο Αρσένιος αγκάλιασε τον μοναχικό βίο. Έγινε ασκητής, ζώντας με νηστεία, προσευχή και κατάνυξη. Απέφευγε την επικοινωνία με τους ανθρώπους, διατηρώντας τη σιωπή και πετυχαίνοντας υψηλά επίπεδα πνευματικής αφοσίωσης. Οι αρετές και η ταπεινοφροσύνη του τράβηξαν την προσοχή των πιστών. Μάλιστα, ακόμη και μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου, ο γιος του Αρκάδιος εξακολουθούσε να ζητά την ευλογία και τις προσευχές του ασκητή.
Ο Άγιος Αρσένιος συνέχισε να ζει σε απομόνωση, αρνούμενος τα κοσμικά αγαθά και τη δόξα, παραμένοντας πιστός στον Θεό έως το τέλος του βίου του. Συχνά προσευχόταν και εργαζόταν, δείχνοντας ταπεινοφροσύνη και εκράζοντας απύθμενη αγάπη προς το πρόσωπο του Θεού. Άφησε πίσω του ένα σπουδαίο παράδειγμα ασκητικής ζωής.
