Ο Άγιος Αντώνιος ήταν ιδρυτής της Λαύρας του Κιέβου. Γεννήθηκε στις αρχές του 11ου αιώνα στην περιοχή του Λιούμπετς. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αντύπας. Από μικρή ηλικία θέλησε να αφιερωθεί σε έναν πνευματικό και ενάρετο βίο. Αποφάσισε να μεταβεί στο Άγιον Όρος, όπου έγινε μοναχός και άρχισε να ασκείται απομονωμένος μέσα σε μια σπηλιά.
Αφού απέκτησε πολλές πνευματικές εμπειρίες, ο ηγούμενος τον έστειλε στη Ρωσία, προκειμένου να βοηθήσει στην ίδρυση ορθόδοξων μοναστηριών. Έφτασε στο Κίεβο το 1051. Εκεί εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά που είχε σκάψει ο ιερέας Ιλαρίωνας. Συνέχισε την ασκητική του ζωή, τρεφόμενος μόνο με μαύρο ψωμί και νερό. Η φήμη του διαδόθηκε γρήγορα και πολλοί άνρθωποι ήρθαν κοντά του, αναζητώντας πνευματική καθοδήγηση. Ο πρώτος που τον πλησίασε ήταν ένας ιερέας, γνωστός ως Νίκων ο Ξηρός, ενώ ο δεύτερος ήταν ο Θεοδόσιος του Κιέβου.
Ο Θεοδόσιος είχε εκφράσει από μικρή ηλικία την κλίση του σε έναν πνευματικό βίο, αφιερωμένο στην προσευχή και τη δοξολογία του Τριαδικού Θεού. Πήγαινε συχνά στην εκκλησία, όπου διάβαζε ξανά και ξανά το Ευαγγέλιο. Όταν κάποτε δεν υπήρχαν στον ναό αρκετά πρόσφορα, επιδώθηκε ο ίδιος στην παρασκευή τους. Η μητέρα του τον αποδοκίμαζε διαρκώς για τις δραστηριότητές του. Τελικά, ακολουθώντας τις συμβουλές του Κυρίου, αποφάσισε να αφήσει την πατρίδα του και να εγκατασταθεί κοντά στον Άγιο Αντώνιο.
Όταν ο αριθμός των ανθρώπων που εγκαταβίωναν κοντά στον άγιο αυξήθηκε, εκείνος αποσύρθηκε σε ένα κοντινό βουνό, αφήνοντας τον Θεοδόσιο ως ηγούμενο της μοναστικής κοινότητας. Ο τελευταίος προσπάθησε να διοικήσει σύμφωνα με τον κανονισμό της μονής Στουδίου. Τα κύρια χαρακτηριστικά της οργάνωσης του μοναστικού βίου περιελάμβαναν την κοινή περιουσία, την εργασία ανάλογα με τη δύναμη του καθενός, την προσευχή πριν από οποιοδήποτε διακόνημα και την υπακοή στον ηγούμενο. Ο Θεοδόσιος υπήρξε σπουδαίο παράδειγμα για τους αδελφούς του. Εργαζόταν στον φούρνο, μετέφερε νερό και ξύλα, ενώ παρουσιαζόταν πάντοτε στον ναό νωρίτερα από όλους. Επισκεπτόταν τα κελλιά, φρόντιζε τους αδελφούς του και νοιαζόταν για την πνευματική τους πρόοδο. Ήταν ελεήμονας, περιποιούνταν τους φτωχούς και διέθετε το ένα δέκατο των εσόδων της μονής για την επιβίωσή τους. Ακόμη, έστελνε κάθε Σάββατο ψωμί στους φυλακισμένους.
Όταν τελικά ο Άγιος Αντώνιος επέστρεψε στη μονή, αποφάσισε μαζί με τον Θεοδόσιο την ανέγερση ενός νέου καθολικού, ικανού να χωρέσει τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των μοναχών. Ωστόσο, δεν πρόλαβε να δει την ολοκλήρωση του έργου, καθώς απεβίωσε το 1073, σε ηλικία περίπου 90 ετών.
Η μονή του Κιέβου, που ιδρύθηκε από τον Άγιο Αντώνιο και οργανώθηκε από τον Θεοδόσιο, αποτέλεσε πρότυπο για πολλές άλλες μονές. Ήταν ακόμα ιδιαίτερα σημαντική για την πρόοδο και την ανάπτυξη της Ρωσικής Εκκλησίας.
