Ιστορία και νεωτερικότητα
Ο δρόμος από τον αρσανά της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου ανηφορίζει προς την ενδοχώρα της δυτικής ακτής και οδηγεί στη μονή, η οποία βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλαγιά του ορεινού όγκου του Κρειοβουνίου, σε πλάτωμα με πλούσια και πυκνή βλάστηση, δίπλα στο φαράγγι με τον χείμαρρο, που κινείται από τα ανατολικά προς τα δυτικά και ενώνεται με το ρέμα της Ιεράς Μονής Ζωγράφου. Στην περιοχή του χειμάρρου σώζονται τμήματα του αρχαίου υδραγωγείου.
Η κάτοψη της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου σχηματίζει ένα τετράπλευρο σχήμα. Στις πτέρυγες υπάρχουν πρόβολοι που αντιστοιχούν στους πύργους. Οι στέγες των πτερύγων καλύπτονται με κεραμίδια, με εξαίρεση τους τρούλλους των παρεκκλησίων.
Η έσχατη ιεραρχικά αγιορείτικη μονή εφαρμόζει το «λάθε βιώσας» [ζήσε απαρατήρητος]. Οι πατέρες της αρνήθηκαν πολλάκις κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια, με αποτέλεσμα η μονή να διατηρεί την όψη που είχαν τα αγιορείτικα μοναστήρια στη δεκαετία του '50.
Από τα παράθυρα των πτερύγων ξεπροβάλλουν μπουριά, ενώ η κουζίνα στο μαγειρείο λειτουργεί με καυσόξυλα. Το κάθισμα της Αγίας Τριάδος, που έχτισε στα τέλη του 19ου αιώνα ο μοναχός Παΐσιος, βρίσκεται σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση, στα δυτικά λίγο πριν από τη μονή, στον δρόμο προς τον αρσανά. Η εικόνα του προκαλεί στον επισκέπτη μια αίσθηση εγκατάλειψης. Από τη μονή δεν λείπει, ωστόσο, η ζωντάνια. Στον τηλεφωνικό θάλαμ0, απέναντι από την είσοδο, υπάρχει ένα ξύλινο κουτί, σαν παγκάρι, στο οποίο συλλέγονται άδειες τηλεκάρτες που μαζεύει μανιωδώς ένας από τους αδελφούς της μονής. Οι επισκέπτες και οι προσκυνητές της μονής ήταν στο παρελθόν πολύ λίγοι. Τελευταία, καθώς, εξαιτίας των έργων ανακαίνισης, οι υπόλοιπες μονές δέχονται όλο και λιγότερους επισκέπτες, ο αριθμός των επισκεπτών της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου αυξάνεται διαρκώς, προκαλώντας σχετική αμηχανία στους μοναχούς.
Ιστορία
Υπάρχουν πολλοί θρύλοι που συνδέονται με την ίδρυση της μονής και την ονομασία της. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η μονή ιδρύθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και ολοκληρώθηκε από τον γιο του. Σύμφωνα με την παράδοση, γυρνώντας από την Πάτρα και τη Θήβα με τα λείψανα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Λουκά, ο Άγιος Αρτέμιος σταμάτησε στην περιοχή και έχτισε το πρώτο καθολικό. Έτσι, το παλαιό καθολικό θεωρείται ένας από τους τρεις αρχαιότερους ναούς του Άθω (οι άλλοι δύο είναι το κυριακό του Αγίου Δημητρίου στο Βατοπέδι, που χτίστηκε από συγγενείς του Μυροβλύτη Μεγαλομάρτυρα, και ο ναός του Τιμίου Προδρόμου στη μονή Ιβήρων). Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η ονομασία της μονής προέρχεται από κάποιον μοναχό που καταγόταν από την Κασταμονή της Παφλαγονίας στη Μικρά Ασία (από όπου προκύπτει και η εναλλακτική ονομασία Κασταμονίτου). Τέλος, ορισμένοι θεωρούν πως η ονομασία προέρχεται από τη φράση «Κασιανεών Μονή».
Οι αρχαιότερες γραπτές αναφορές στη μονή ανάγονται στον 11ο αιώνα. Το 1097, ηγούμενος της μονής ήταν ο Ιλαρίων, συγγενής του αυτοκράτορα Αλεξίου Α' Κομνηνού. Το 1276 η μονή πυρπολήθηκε από τους λατινόφρονες οπαδούς του πατριάρχη Βέκκου και του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου. Οι αναφορές σε έγγραφα του 14ου αιώνα αφορούν δικαστικούς αγώνες για κτηματικές διαφορές με την Ιερά Μονή Εσφιγμένου, στην οποία τελικά επιδικάστηκαν τα κτήματα. Επί Ανδρονίκου Β' Παλαιολόγου, η πριγκίπισσα της Σερβίας Άννα Φιλανθρωπινή δώρισε στη μονή το μονύδριο του Αγίου Αντωνίου, το επιλεγόμενο «του Νεακίτου». Στο Γ' Τυπικό του Αγίου Όρους (14ος αι.) η μονή κατέχει τη 16η θέση ανάμεσα σε 25 μονές. Το μοναστήρι πυρπολήθηκε εκ νέου και ανακαινίστηκε το 1433 με δαπάνες του Σέρβου αρχιστράτηγου Ράντιτς, που εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Ρωμανός. Επί Τουρκοκρατίας, η κοινότητα μόλις που κατόρθωνε να αντεπεξέρχεται στη βαριά φορολογία, ενώ η οικονομική της θέση ήταν τόσο δυσχερής, ώστε ο μητροπολίτης Σάμου Ιωσήφ, που επισκέφθηκε τη μονή το 1666, βρήκε εκεί μόλις έξι μοναχούς. Το 1717 κάηκε η ανατολική πτέρυγα, η οποία οικοδομήθηκε εκ νέου από τον ιερομόναχο Άνθιμο το 1728. Το 1799, ο οικουμενικός πατριάρχης Νεόφυτος Ζ' επανέφερε με σιγίλλιό το κοινοβιακό σύστημα και αναγνώρισε ως ηγούμενο και πνευματικό της αδελφότητας τον Γαβριήλ.
Εξαιτίας της έλλειψης πόρων, η μετατροπή πραγματοποιήθηκε μόλις το 1818. Μεγάλο τμήμα της βόρειας πτέρυγας ανακαινίστηκε με συνδρομή της κυρα-Βασιλικής, χριστιανής συζύγου του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Η ανακαίνιση συνεχίστηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα επί ηγουμενίας Συμεών του Σταγιρίτου, ο οποίος οικοδόμησε και το σημερινό καθολικό.
Στην Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου μόνασε ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυρας Παύλος ο εξ Ιωαννίνων, ο οποίος μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη το 1821.
Η είσοδος της μονής βρίσκεται στο μέσο της νότιας πτέρυγας, η οποία είναι και η πιο χαρακτηριστική της μονής. Παλαιότερα υπήρχε πύργος στην είσοδο, που δυστυχώς δεν σώζεται έως σήμερα. Ο τρούλος πάνω στον πύργο ανήκει στο παρεκκλήσιο της Παναγίας της Πορταΐτισσας (1875), στο ξυλόγλυπτο τέμπλο του οποίου βρίσκεται αντίγραφο της ομώνυμης εικόνας. Ο τρούλος στο υπόλοιπο του πύργου, στη νοτιοανατολική γωνία, ανήκει στο παρεκκλήσιο του Αγίου Κωνσταντίνου, που χρησιμοποιήθηκε ως καθολικό για όσο διάστημα εκτελούνταν εργασίες στο επίσημο καθολικό της μονής. Το διαβατικό έχει θολωτή οροφή και μια δυτικότροπη αναπαράσταση της Παναγίας Πλατυτέρας, έργο του μοναχού Δαμασκηνού Καυσοκαλυβίτη. Η αυλή είναι μικρή και χωρίζεται από το καθολικό σε δύο επίπεδα.
Στο σκευοφυλάκιο, που βρίσκεται πάνω από τη λιτή, φυλάσσονται άμφια, σταυροί και πολλά δισκοπότηρα. Ένα από αυτά αποτελεί δώρο της κυρα-Βασιλικής. Εκεί είναι τοποθετημένα, μεταξύ άλλων, ένας βυζαντινός σταυρός εξαιρετικής τέχνης και ένα Ευαγγέλιο με επίχρυσο κάλυμμα (38x28 εκ), που φέρει στη ράχη του την επιγραφή: «1820. Το Ευαγγέλιον κατεσκευάσθη εις Καλαρρύτας των Ιωαννίνων, χειρί Αθανασίου Νικολάου Τζιμούρη».



