Αρχιεπίσκοπος
Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 330 μ.Χ. Ανατράφηκε μέσα σε μια μεγάλη οικογένεια. Είχε 8 αδέλφια, 3 εκ των οποίων ήταν αγόρια και 5 κορίτσια. Υπό την καθοδήγηση του πατέρα του, έλαβε σπουδαία μόρφωση και γνώρισε τις αρχές της χριστιανικής πίστης. Σπούδασε κοντά στους καλύτερους δασκάλους της περιοχής, ενώ στη συνέχεια εμπλούτισε τις γνώσεις του στην Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα.
Εκεί γνώρισε τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, με τον οποίο συνδέθηκε στενά. Γύρω στο 357 μ.Χ., επέστρεψε στην Καισάρεια, βαπτίστηκε και έγινε αναγνώστης στην εκκλησία. Ταξίδεψε στην Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη, έως ότου εγκαταστάθηκε στις όχθες του ποταμού Ίρις, στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Εκεί συγκέντρωσε γύρω του πλήθος μοναχών, συγκροτώντας μια αδελφότητα. Μαζί εφάρμοζαν αυστηρή εγκράτεια, ζούσαν θεάρεστα και μελετούσαν την Αγία Γραφή.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνστάντιου, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπισε η Εκκλησία ήταν η αίρεση του Αρείου. Ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος κλήθηκαν τότε να υπερασπιστούν το ορθό δόγμα. Το 362 μ.Χ. ο Μέγας Βασίλειος χειροτονήθηκε διάκονος, ενώ το 364 μ.Χ. έγινε πρεσβύτερος. Τέλος, το 370 μ.Χ. έγινε επίσκοπος Καισάρειας.
Υποστήριξε τους πιστούς σε δύσκολες περιόδους, ιδρύοντας φιλανθρωπικά ιδρύματα, ξενώνες και νοσοκομεία. Ωστόσο, πολεμήθηκε σφοδρά από τους υπέρμαχους του αρειανισμού, οι οποίοι τον απειλούσαν συχνά με τη ζωή του. Ο ίδιος δήλωνε με θάρρος πως ο θάνατος θα ήταν ευλογία.
Κοιμήθηκε την 1η Ιανουαρίου 379 μ.Χ., σε ηλικία 49 ετών, λέγοντας: «Κύριε, στα χέρια Σου παραδίδω το πνεύμα μου».
Το σώμα του τάφηκε μαζί με τα λείψανα των προκατόχων του. Η Εκκλησία άρχισε αμέσως να γιορτάζει τη μνήμη του. Οι σύγχρονοί του αναγνώρισαν τη συνεισφορά του ως ωφέλιμη για όλα τα έθνη και τους λαούς.
Στις διαμάχες που προέκυψαν σχετικά με τον εοαρτασμό της μνήμης των αγίων Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την απάντηση έδωσαν οι ίδιοι. Το 1084, εμφανίστηκαν από κοινού και όρισαν την καθιέρωση μιας κοινής μέρας εορτασμού της μνήμης τους.
