Όταν ο βασιλιάς Ιουλιανός ο Αποστάτης ξεκίνησε τον πόλεμο κατά των Φράγκων, έστειλε στη μάχη τον στρατηγό Βάχο, υπό την ηγεσία του οποίου υπηρετούσε ο γενναίος πολεμιστής Βάρβαρος. Ο τελευταίος ήταν κρυφά χριστιανός. Κατά τη διάρκεια των μαχών, ο Βάρβαρος, εναποθέτοντας όλες του τις ελπίδες στον Κύριο, κατάφερε να αντικρούσει έναν ισχυρό πολεμιστή των αντιπάλων και να ωθήσει, έτσι, τους Ρωμαίους στη νίκη. Για τον λόγο αυτό, τιμήθηκε με το αξίωμα του κόμη.
Μετά τη νίκη, ο στρατηγός θέλησε να προσφέρει θυσίες στους θεούς και κάλεσε τον Βάρβαρο να συμμετάσχει. Εκείνος, ομολογώντας την πίστη του, αρνήθηκε να προσκυνήσει τα είδωλα. Ο Βάχος το ανέφερε στον βασιλιά, ο οποίος διέταξε να τον βασανίσουν σκληρά. Ο άγιος, προσευχόμενος, θεραπεύτηκε από τα χτυπήματα, έχοντας την προστασία και τη στήριξη ενός αγγέλου. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη μεταστροφή του Βάχου και δύο ακόμη στρατιωτών, οι οποίοι πίστεψαν στον Χριστό. Για τον λόγο αυτό αποκεφαλίστηκαν.
Ο Άγιος Βάρβαρος υπέστη πολλά βασανιστήρια. Τον έδεσαν σε τροχό και τον έσπρωξαν στην πυρά, όμως παρέμεινε αβλαβής. Τον έριξαν, ακόμη, μέσα σε ένα καμίνι, όπου πέρασε επτά ημέρες χωρίς να αλλοιωθεί η όψη του. Έπειτα, τον έκλεισαν στη φυλακή μαζί με δηλητηριώδη φίδια, όμως επέζησε. Ο βασανιστής του, αρνούμενος να αναγνωρίσει τη δύναμη της πίστης στον Χριστό, διέταξε να συνεχίσουν.
Τελικά, ο Βάρβαρος αποκεφαλίστηκε, μαρτυρώντας με θάρρος την αγάπη του στον Κύριο. Το σώμα του τάφηκε από τον ευσεβή επίσκοπο Φίλιππο στην πόλη Μεθώνη της Πελοποννήσου.
