Επίσκοπος
Την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού ξεκίνησαν σφοδροί διωγμοί εναντίον των χριστιανών. Ο κυβερνήτης Φηλίμαρχος συγκέντρωσε τους ιερείς και διέταξε τον κόσμο να προσφέρει θυσίες στα είδωλα. Πολλοί αρνήθηκαν τότε, ομολογώντας την πίστη τους στον Χριστό και αποδεχόμενοι τον μαρτυρικό θάνατο που τους περίμενε.
Ο κυβερνήτης έμαθε, μεταξύ άλλων, για τη δράση του Αγίου Αθηνογένη, ο οποίος καταγόταν από τη Σεβάστεια της Καππαδοκίας και ήταν επίσκοπος Πηδαχθόης. Έστειλε, έτσι, στρατιώτες να τον συλλάβουν. Ο άγιος, μαζί με δέκα μαθητές του, τον Ριγίνο, τον Μαξιμίνο, τον Πατρόφιλο, τον Αθηνογένη, τον Αντίοχο, τον Άμμων, τον Θεόφραστο, τον Κλεόνικο, τον Πέτρο και τον Ησύχιο, συνελήφθησαν και ρίχτηκαν στη φυλακή.
Την επόμενη μέρα, ο κυβερνήτης τους διέταξε να προσφερθούν θυσίες στα είδωλα, απειλώντας τους με σκληρά βασανιστήρια. Ο Άγιος Αθηνογένης απάντησε πως ήταν έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους για τον αληθινό Θεό, καθώς ως μάρτυρες δεν θα πέθαιναν αλλά θα χαίρονταν την επουράνια Βασιλεία. Οργισμένος ο Φιλήμαρχος διέταξε τον αποκεφαλισμό των μαθητών του, οι οποίοι, με αστείρευτη υπομονή και πίστη, επέμεναν να δοξάζουν τον Κύριο. Ο κυβερνήτης χλεύασε τότε τον Αθηνόγενη, ισχυριζόμενος πως ο Θεός του δεν κατάφερε να τους σώσει.
Κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, των χλευασμών και των ταπεινώσεων, ο άγιος δοξολογούσε τον Θεό, προσευχόμενος διαρκώς για βοήθεια. Στα αυτιά του άρχισε να ηχεί η φωνή του Κυρίου, η οποία τον γέμιζε με χαρά και θάρρος. Έμεινε πιστός έως το μαρτυρικό του τέλος.
Το σώμα του τάφηκε με τιμές από τους πιστούς, οι οποίοι συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο την ημέρα του θανάτου του για να γιορτάσουν τη μνήμη του. Μάλιστα, πλήθος θαυμάτων έχουν συνδεθεί με το όνομά του.
