Πρεσβύτερος
Ο Ιερομάρτυρας Συμεών Αντόνοβιτς Κονιούχοφ γεννήθηκε το 1852 σε οικογένεια ψάλτη. Το 1877 χειροτονήθηκε ιερέας και διορίστηκε να υπηρετεί στον ναό του Αγίου Στεφάνου στο χωριό Νιΐ της επαρχίας Σολικαμσκ. Το 1916 μετατέθηκε στον ομοπίστως (единоверческий) ναό της Θεοτόκου «Εισόδια» (Ββεντένσκι) στο χωριό Βορόμπι της επαρχίας Οχάνσκ.
Στις 9 Οκτωβρίου 1918 ο 66χρονος ποιμένας συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Τσεκά του Οχάνσκ. Ο πατήρ Συμεών κατηγορήθηκε επειδή βρέθηκαν στην κατοχή του κυκλικές επιστολές του благочинный (προϊσταμένου της περιφερείας) — του πατρός Πέτρου Βιάτκιν (και οι δύο με ημερομηνία 2 Απριλίου 1918). Στη μία ο благочинный ζητά να συνταχθεί διαμαρτυρία για την κατάληψη από τη νέα εξουσία της επισκοπικής σχολής, ενώ στην άλλη ζητά να ενημερώνεται η επισκοπική διοίκηση «για κάθε περίπτωση βίας, κατάληψης, βεβήλωσης εναντίον των ναών, των μονών, του κλήρου, των ιερών κειμηλίων, και ακόμη περισσότερο για περιπτώσεις αιματοχυσίας, φόνου με θρησκευτικό κίνητρο στις κατά τόπους περιοχές».
Ο πατήρ Συμεών καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε δια τυφεκισμού από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, ύστερα από σκληρά βασανιστήρια και εξευτελισμούς.
Ο γιος του νεομάρτυρα, ο ιερέας Πέτρος Κονιούχοφ, που το 1918 υπηρετούσε στον ναό του γειτονικού χωριού Γκοβύρινο και συνελήφθη το 1927, κατέθεσε στην ανάκριση τα εξής: «Ο πατέρας μου τον μήνα Οκτώβριο του 1918 εκτελέστηκε από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, διότι είχαν αναρτήσει κατάρα κατά των μπολσεβίκων, η οποία είχε συνταχθεί από τον επίσκοπο Ανδρόνικο και ανακοινώθηκε στον πρόναο, στις πόρτες».
Ο Ιερομάρτυρας Συμεών Κονιούχοφ κατατάχθηκε στο χορό των αγίων Νεομαρτύρων και Ομολογητών της Ρωσίας τον Αύγουστο του 2000, κατά την Αρχιερατική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
