Την περίοδο βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δέκιου, η Εκκλησία του Χριστού υπέστη σφοδρούς διωγμούς. Πολλοί Χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένων των κληρικών, αναγκάστηκαν να κρυφτούν και να ζουν κυνηγημένοι. Ο αυτοκράτορας, φτάνοντας στην Έφεσο, διέταξε να προσφέρονται από όλους θυσίες στα είδωλα. Ο στρατός του άρχισε να αναζητά τους χριστιανούς, που αρνούνταν να υπακούσουν στις διαταγές. Ορισμένοι, φοβούμενοι τα βασανιστήρια, εγκατέλειψαν την πίστη τους, ενώ πολλοί υπέφεραν για τον Χριστό γεμάτοι θάρρος και τόλμη.
Μεταξύ αυτών που παρέμειναν πιστοί ήταν και οι επτά νέοι: Μαξιμιλιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Αντωνίνος (ή Ιωάννης), Κωνσταντίνος και Εξακουστοδιανός. Αυτοί, βλέποντας τα βάσανα των αδελφών τους, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις ειδωλολατρικές γιορτές και κατέφυγαν στην εκκλησία. Προδόθηκαν έτσι στον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε τη σύλληψή τους. Βλέποντας την ομορφιά και τη νεότητα τους, αποφάσισε αρχικά να μην τους εκτελέσει. Τους άφησε να σκεφτούν και να συνταχθούν μαζί του, αρνούμενοι την πίστη στον Χριστό.
Οι νέοι, εκμεταλλευόμενοι τον χρόνο που τους δόθηκε, μοίρασαν χρυσάφι και ασήμι στους φτωχούς, ενώ έπειτα κρύφτηκαν σε μια σπηλιά στα ανατολικά της πόλης. Εκεί, γνωρίζοντας τα βασανιστήρια που τους περίμεναν, προσευχήθηκαν στον Κύριο, για να τους δώσει δύναμη και πίστη ώστε να αντέξουν. Προσευχόμενοι αποκοιμηθήκαν. Όταν ο αυτοκράτορας διέταξε ξανά τη σύλληψή τους, η είσοδος της σπηλιάς είχε καλυφθεί από πέτρες.
Πολλά χρόνια αργότερα, την περίοδο της βασιλείας του Θεοδοσίου, κάποιοι εργάτες ανακάλυψαν κατά τύχη το μέρος εκείνος. Οι άγιοι, νέοι ακόμη, ξύπνησαν χωρίς να έχουν αντίληψη του χρόνου που είχε περάσει. Κοιτάζοντας προς την πόλη, η οποία έμοιαζε αλλαγμένη, κατάλαβαν το θαύμα που είχε συντελεστεί.
Ο Ιάμβλιχος έφυγε, κατευθυνόμενος προς την Έφεσο. Στον δρόμο συνελήφθη για ένα αρχαίο αργυρό νόμισμα που είχε πάνω του. Οδηγήθηκε ενώπιον του κυβερνήτη και του επισκόπου, οι οποίοι, ακούγοντας την ιστορία του, αποφάσισαν να μεταβούν στη σπηλιά. Εκεί βρήκαν τους υπόλοιπους νέους, οι οποίοι, όπως και πριν, ήταν γεμάτοι ομορφιά και θεία λάμψη.
Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος αναγνώρισε το θαύμα. Συνομίλησε με τους αγίους και δοξολόγησε τον Θεό για την ανάστασή τους. Όταν αυτοί ξανακοιμήθηκαν, διέταξε να τους αφήσουν σε ησυχία, όπως είχαν ζητήσει.
Η μνήμη των αγίων τιμάται από την Εκκλησία στις 4 Αυγούστου.
