Ο επισκοπικός θρόνος του Αγίου Πατρικίου βρισκόταν στην Προύσα, στη Βιθυνία. Ο άγιος άρχισε να καταγγέλλει ανοιχτά την απάτη της ειδωλολατρίας και να κηρύσσει τη χριστιανική πίστη, γεγονός που οδήγησε στη μεταστροφή πολλών ειδωλολατρών. Για τη δράση του αυτή συνελήφθη μαζί με άλλους τρεις πρεσβύτερους, τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύευκτο. Οδηγήθηκαν, έτσι, σε ανάκριση ενώπιον του κυβερνήτη Ιουλιανού. Εκείνος προσέφερε θυσία στους θεούς και πρότεινε στον Άγιο Πατρίκιο να κάνει το ίδιο, ζητώντας του να προσκυνήσει τον Ασκληπιό. Ο άγιος του απάντησε πως η αληθινή δύναμη προέρχεται από τον έναν και μοναδικό τριαδικό Θεό, τον Δημιουργό των πάντων. Του εξήγησε, ακόμη, πως τα ζεστά νερά των πηγών, όπου τελούνταν οι παγανιστικές τελετές, προέρχονταν από μια υπόγεια φωτιά, προορισμένη να τιμωρήσει τους απίστους. Ο κυβερνήτης, οργισμένος από τα λόγια του αγίου, διέταξε να τον ρίξουν στο καυτό νερό.
Παρά τα βασανιστήρια ο άγιος παρέμενε αβλαβής, όντας σκεπασμένος με τη Θεία Χάρη. Τελικά, ο κυβερνήτης διέταξε τον αποκεφαλισμό του, καθώς και τον αποκεφαλισμό των υπολοίπων που είχαν συλληφθεί μαζί του. Λίγο πριν από την εκτέλεση, ο άγιος προσευχήθηκε στον Θεό, ζητώντας βοήθεια και ομολογώντας την πίστη του. Δέχθηκε μαρτυρικό θάνατο μαζί με τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύευκτο στις 19 Μαΐου.
