Πρεσβύτερος
Ο Ἱερομάρτυρας Ματθίας (Ματφίι) Μιχαήλοβιτς Βοζνεσένσκι συγκαταλέγεται στη Σύναξη των Αγίων του Κουρσκ. Γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου 1860, ημέρα μνήμης του Αποστόλου Ματθία, στην οικογένεια του διακόνου του ναού του Αγίου Νικολάου στο χωριό Ρετσίτσι της επαρχίας Λγκοφ του Κυβερνείου Κουρσκ, Μιχαήλ Τιμοφέεβιτς Βοζνεσένσκι, και της συζύγου του Ευδοκίας Παύλοβνας, και βαπτίστηκε στις 12 Αυγούστου.
Η οικογένεια Βοζνεσένσκι είχε έντεκα παιδιά. Στα έγγραφα της Θεολογικής Σχολής του Μπέλγκοροντ, όπου φοίτησε ο Ματφίι Βοζνεσένσκι το διάστημα 1877–1883, καταγράφεται μεταξύ των «παιδιών φτωχών διακόνων», «οι οποίοι, αν και έχουν γονείς, λόγω της ακραίας φτώχειας τους έχουν ιδιαίτερη ανάγκη κρατικής συντηρήσεως».
Μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή με άριστα και τον τίτλο του φοιτητή, ο Ματφίι Μιχαήλοβιτς διορίστηκε ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πόλη Νόβι Οσκόλ. Στις 10 Ιουνίου 1885 εκδόθηκε απόφαση του επιχώριου αρχιερέως για τον διορισμό του Ματφίι Βοζνεσένσκι σε ιερατικό αξίωμα στον ναό της Αναλήψεως στη σλομπόντα Φοσχεβάτα της επαρχίας Κορότσαν του Κυβερνείου Κουρσκ. Η χειροτονία του σε πρεσβύτερο πραγματοποιήθηκε στις 6 Αυγούστου του ίδιου έτους.
Η ιερατική διακονία του πατρός Ματθία, που διήρκεσε σχεδόν τριάντα πέντε έτη στην ίδια ενορία, υπήρξε εξαιρετικά καρποφόρα. Από τον Νοέμβριο του 1886 ήταν διευθυντής και κατηχητής στο εκκλησιαστικό σχολείο γραμματισμού της Φοσχεβάτα. Το 1896, «με τον ζήλο των ενοριτών και με εθελοντικές δωρεές», ανεγέρθηκε εκεί νέος μονόκλιτος ναός της Αναλήψεως, «ξύλινος, σε λίθινο θεμέλιο, στερεός, χωρίς καμπαναριό». Από το 1908 άρχισε στον ίδιο τόπο η ανέγερση μεγάλου λιθόκτιστου ναού και, έως την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, υψώθηκαν οι πλίνθινοι τοίχοι. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις της Α. Δ. Τσετβερίκοβα, κατασκευάστηκε και «ένας τεράστιος σταυρός από τσιμέντο στο δάπεδο».
Το 1891 ο ιερέας Ματθίας Βοζνεσένσκι τιμήθηκε με επιγονάτιο, το 1903 με σκουφία και το 1912 με καμιλαύκιο. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1911 διορίστηκε αρχιερατικός επίτροπος του 5ου τομέα της επαρχίας Κορότσαν, αναλαμβάνοντας την καθοδήγηση του κλήρου δεκατεσσάρων ενοριών. Στα «Κουρσκικά Επαρχιακά Δελτία» καταγράφεται ιδίως η δράση του στη συγκέντρωση εισφορών και δωρεών υπέρ της Επιτροπής Κουρσκ της Ορθόδοξης Ιεραποστολικής Εταιρείας (από το 1912), για την επισκευή του καθεδρικού ναού του Σημείου στη Μονή Ζναμένσκι του Κουρσκ (1913), καθώς και για τον εξοπλισμό και τη συντήρηση του νοσοκομείου-σανατορίου Ζναμένσκι στο αρχιερατικό άλσος (1914).
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες συγχωριανών του, ο πατήρ Ματθίας Βοζνεσένσκι δολοφονήθηκε από στρατιώτες του Μπουντιόνι. Οι λεπτομέρειες της τραγωδίας του 1919 στη Φοσχεβάτα έγιναν γνωστές από επιστολές-αναμνήσεις της Αντονίνας Δημητρίεβνας Τσετβερίκοβα (1910–2006), κόρης ιερέα της σλομπόντας Κλίνοβετς: «…Τον σκότωσαν τη νύχτα, καλώντας τον πατέρα Ματθαίο να βγει από το σπίτι· τον δολοφόνησαν στον κήπο του και τον έθαψαν ρηχά, με τα γόνατα λυγισμένα. Τον ιερομάρτυρα έθαψαν στο κοιμητήριο έξω από το χωριό, ενώ οι τοπικές αρχές για πολύ καιρό δεν επέτρεπαν να παραδοθεί το σώμα στη γη».
