Την περίοδο που κυριαρχούσε η ειδωλολατρία, στη Ρώμη ζούσε ένας έντιμος και ενάρετος άντρας, μέλος της συγκλήτου. Ο Άγιος Αστέριος τηρούσε με ζήλο τις αρχές ενός χριστιανικού βίου. Κάποτε είδε μια ειδωλολατρική τελετή, κατά την οποία ένας δαίμονας άρπαζε τις θυσίες. Προσευχήθηκε τότε στον Χριστό και τον έδιωξε.
Την ίδια εποχή, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ζούσε ένας διακεκριμένος στρατιώτης, ο Μαρίνος. Αυτός, ως χριστιανός, αρνήθηκε να προσφέρει θυσίες στους θεούς των παγανιστών. Κλήθηκε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, όπου του παραχωρήθηκαν τρεις ώρες για να σκεφτεί και να μετανοήσει αρνούμενος τον χριστιανισμό. Ο επίσκοπος της περιοχής στάθηκε στο πλάι του, νουθετώντας και στηρίζοντας τον άγιο, προκειμένου να πάρει τη σωστή απόφαση. Του τόνισε πως καλείται να διαλέξει ανάμεσα στην υπηρεσία ενός επίγειου βασιλιά και στο μαρτυρικό τέλος του για τον Βασιλιά των πάντων. Ο Άγιος Μαρίνος επέλεξε τον θάνατο, ομολογώντας με θάρρος την πίστη του.
Στο μαρτύριό του παρευρέθηκε και ο Άγιος Αστέριος, ο οποίος, κατά θεία οικονομία, βρισκόταν τότε στην πόλη. Μετά την κοίμησή του, έβγαλε το πολύτιμο ένδυμά του, το άπλωσε στη γη, και τύλιξε με αυτό το τίμιο σώμα του μάρτυρα. Έπειτα το μετέφερε στους ώμους τους και το έθαψε με τιμές.
Για την πράξη του αυτή αξιώθηκε και ο ίδιος το στεφάνι του μαρτυρίου. Οι ειδωλολάτρες τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν, τιμωρώντας τον για την πίστη του στον Χριστό.
Οι δύο άγιοι τιμούνται από την Εκκλησία στις 3 Μαρτίου.
