Ο Άγιος Γεώργιος καταγόταν από την Ιβηρία, ήταν ανιψιός του Αγίου Ιωάννη και ξάδελφος του Αγίου Ευθυμίου. Γεννήθηκε το 1014 από ευσεβείς γονείς, τον Ιάκωβο και τη Μαρία. Σε ηλικία επτά ετών, στάλθηκε σε μοναστήρι, όπου γνώρισε από πολύ νωρίς τον ασκητικό βίο και τη λειτουργική ζωή της εκκλησίας. Μετά τη μοναχική του κουρά ταξίδεψε στην Παλαιστίνη, όπου προσκύνησε του Αγίους Τόπους και αναζήτησε έναν πεφωτισμένο καθοδηγητή για τη μοναχική του άσκηση.
Πέρασε τρία χρόνια κοντά στον ερημίτη Γεώργιο, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε στο Άγιον Όρος και άρχισε να μεταφράζει ιερά κείμενα. Ως ηγούμενος της μονής Ιβήρων, εξωράισε τον ναό. Μάλιστα, μετέφερε εκεί τα λείψανα του Αγίου Ευθυμίου, καθώς και άλλων αγίων της εκκλησίας. Φρόντιζε, ακόμη, για την πνευματική πρόοδο και την ειρηνική συμβίωση της αδελφότητας. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μονομάχος τον στήριξε στην αποκατάσταση του καθολικού.
Ο άγιος ήταν, μεταξύ άλλων, πνευματικός πατέρας της βασίλισσας Μαρίας, μητέρας του βασιλιά Μπαγκράτ Γ΄. Έπεξε ενεργό ρόλο στα ζητήματα της Εκκλησίας, υπερασπιζόμενος την ανεξαρτησία της Ιβηρίας. Η προσπάθειά του να μεταφράσει και να προσφέρει στον λαό του πλήθος ιερών κειμένων ωφέλησε πολλές μονές. Έγινε, έτσι, πνευματικός καθοδηγητής των ανθρώπων της Ιβηρίας.
Μετά από μεγάλες και κοπιαστικές περιπλανήσεις, επέστρεψε ξανά στο Άγιον Όρος, όπου συνέχισε να μεταφράζει ιερά κείμενα. Αναπαύθηκε εν ειρήνη, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία πνευματική κληρονομιά.
