Ο Όσιος Θεόδωρος ο Hγιασμένος ήταν γιος πλουσίων γονέων. Στη ζωή του επιδίωξε με κάθε τρόπο να πλησιάσει τον Θεό, τηρώντας τις εντολές Του και όντας εγκρατής. Κατά τα χρόνια της νεότητάς του, απαρνήθηκε τους εορτασμούς και τις διασκεδάσεις. Εγκαταστάθηκε σε μια μονή, ασκούμενος στη σοφία, την ευσέβεια και την ταπεινοφροσύνη.
Ήθελε να συναντήσει τον Όσιο Παχώμιο, τον οποίο κατάφερε να πλησιάσει μετά από πολλές προσευχές. Έμεινε μαζί του, έτοιμος να ακολουθήσει τους κανόνες της μοναστικής ζωής. Εκείνος είχε προφητεύσει την έλευση του Θεοδώρου και είχε υποστηρίξει πως ο τελευταίος θα γινόταν πρότυπο μίμησης μεταξύ των μοναχών.
Ο όσιος προσευχόταν συχνά για το δώρο της θείας φώτισης. Ο Παχώμιος ενθάρρυνε την επιθυμία του και τον καθοδηγούσε στον πνευματικό του αγώνα. Ήταν αυστηρός με τον εαυτό του, έκρυβε τις ασθένειές του και τις σκληρές νηστείες του. Ακόμη, παρέμενε ακλόνητος από την επιρροή της οικογένειάς του και δεν προσκολούνταν σε αυτή.
Όταν η μητέρα του τον επισκέφτηκε και θέλησε να τον δει, ο όσιος αρνήθηκε, φοβούμενος πως θα αισθανόταν για το πρόσωπό της αγάπη μεγαλύτερη από αυτή που αισθανόταν για τον Θεό. Ο Παχώμιος, κατανοώντας την αποφασιστικότητά του, δεν επέμεινε. Του πρότεινε, ωστόσο, να της δώσει έστω μια παρηγοριά χαιρετώντας την από μακριά, όπως και έγινε.
Φρόντιζε την αδελφότητα, βοηθούσε στις πνευματικές ανάγκες των μοναχών και τους παρηγορούσε στις δυσκολίες τους. Έγινε βοηθός του Οσίου Παχωμίου, διαχειριζόταν θέματα της μονής και κήρυττε. Μετά τον θάνατο του τελευταίου, καθώς και του διαδόχου του, ο Όσιος Θεόδωρος ήταν αυτός που συνέχισε να καθοδηγεί την αδελφότητα προς τη σωτηρία.
Απεβίωσε είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του οσίου γέροντά του.
