Ο Όσιος Αλύπιος ήταν ένας σπουδαίος εικονογράφος και μιμητής του Αγίου Ευαγγελιστή Λουκά. Όχι μόνο αναπαριστούσε τους αγίους της Εκκλησίας στις εικόνες που δημιουργούσε αλλά κατάφερνε, ακόμη, να ενσαρκώνει τις αρετές τους μέσα από τον βίο του.
Με τη συμβουλή των Αγίων Αντωνίου και Θεοδώρου, στάλθηκε να μαθητεύσει κοντά σε Έλληνες εικονογράφους. Εργάστηκε για τη δόξα του Θεού, χωρίς καμιά προσωπική ανταμοιβή, προσφέροντας το χάρισμά του στην Εκκλησία. Φρόντιζε τις φθαρμένες εικόνες και από τα έσοδα αγόραζε υλικά για τη συντήρηση άλλων κειμηλίων, για ελεημοσύνη και για τις ανάγκες της μονής. Η ζωή του ήταν γεμάτη προσευχή, άσκηση και ταπεινοφροσύνη.
Ο ηγούμενος Νίκων, βλέποντας τις αρετές του Οσίου Αλυπίου, αποφάσισε να τον κάνει ιερέα. Ο άγιος άρχισε να θαυματουργεί και να θεραπεύει τους ασθενείς που τον πλησίαζαν με πίστη. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας λεπρός, ο οποίος, αφού εξομολογήθηκε, απαλλάχτηκε από τις πληγές του μέσω της προσευχής και της ευλογίας του αγίου. Θεράπευσε, ακόμη, ένα παιδί που είχε γεννηθεί τυφλό, δοξάζοντας, έτσι, τη δύναμη του Θεού.
Κάποτε, ο Άγιος Αλύπιος συκοφαντήθηκε από δύο μοναχούς, που οικειοποιήθηκαν τα χρήματα που προορίζονταν για την αγορά υλικών και τη δημιουργία εικόνων. Όταν ο ηγούμενος τον κάλεσε να απολογηθεί, είδε ότι οι εικόνες είχαν αγιογραφηθεί με τρόπο θαυματουργικό. Οι μοναχοί εκδιώχθηκαν και ο άγιος αναγνωρίστηκε για την αρετή του.
Λίγο πριν από τον θάνατό του, προφήτευσε πως η εικόνα που δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει θα ήταν έτοιμη πριν από την αντίστοιχη γιορτή. Πράγματι, άγγελος Κυρίου ολοκλήρωσε την αναπαράσταση μέσα σε τρεις ώρες, ενώ η εικόνα βρέθηκε τοποθετημένη σε περίοπτη θέση.
Ο Άγιος Αλύπιος κοιμήθηκε στις 17 Αυγούστου. Το σώμα του τάφηκε στη σπηλιά του Αγίου Αντωνίου.
Η μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία την ίδια μέρα.
