Άγιος Μάρτυρας Αλέξανδρος γεννήθηκε το 1867 στην επαρχία του Βολοχίν. Το 1886 διορίστηκε ψάλτης στην Εκκλησία της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Το 1891 έγινε δεκτός στη Τουρκιστάνικη επισκοπή. Στις 8 Αυγούστου 1893 χειροτονήθηκε διάκονος και στις 21 Φεβρουαρίου 1899 ιερέας. Υπηρέτησε στην Εκκλησία Αλεξάνδρου-Μαρίνας στο ορφανοτροφείο. Το 1907 διορίστηκε προϊστάμενος της Εκκλησίας Νικολάου στο Βερνί. Για την υπηρεσία του τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις. Ο πατέρας Αλέξανδρος υπηρέτησε με μεγαλοπρέπεια, δείχνοντας ζήλο για την ιεροσύνη. Το 1929, υπό την πίεση των ανακαινιστών, άρχισε να αμφιβάλλει στην πίστη του, αλλά μετανόησε και επέστρεψε στην ιεροσύνη.
Άγιος Μάρτυρας Στέφανος γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1880 στο Βερνί. Αποφοίτησε από το εκκλησιαστικό σχολείο το 1895. Το 1904 διορίστηκε ψάλτης και δάσκαλος μουσικής. Το 1909 χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας. Υπηρέτησε σε στρατιωτικό νοσοκομείο στο μέτωπο. Στην Εκκλησία Νικολάου στο Βερνί έγινε πρωτοπρεσβύτερος. Ο πατέρας Στέφανος ζούσε σαν μοναχός, γεμάτος προσευχή. Κάλεσε τον πατέρα Αλέξανδρο να ζήσει μαζί του και άρχισαν να υπηρετούν μαζί. Το 1933, και οι δύο συνελήφθησαν και πέθαναν στη φυλακή από τύφο.
Άγιος Μάρτυρας Φίλιππος γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1870. Αποφοίτησε από τη Σεμινάριο Δασκάλων του Ομσκ. Το 1898 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1902 ιερέας. Υπηρέτησε στις εκκλησίες της επισκοπής του Ομσκ και στην Εκκλησία Νικολάου στο Αλμά-Άτα. Το 1932 συνελήφθη μαζί με τον πατέρα Αλέξανδρο και τον πατέρα Στέφανο. Και οι τρεις πέθαναν στη φυλακή από τύφο και θάφτηκαν στο κοιμητήριο των εξορίστων αγροτών.
