Ο Μάρτυρας Αλέξανδρος γεννήθηκε το 1877 στην πόλη Μιτάβα της Επαρχίας Κουρλάνδης, στην οικογένεια του συγκλητικού Αντόν Λούντβιγκοβιτς Μέντεμ. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης, όμως η νομική υπηρεσία δεν τον προσέλκυσε. Από τα παιδικά του χρόνια ήταν δεμένος με τη γη και συμμετείχε σε αγροτικές εργασίες. Το 1901 νυμφεύθηκε τη Μαρία Φιοντόροβνα Τσέρτκοβα και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Ως το 1918 διαχειριζόταν το κτήμα, αλλά μετά την κατάσχεση της γης άρχισε να νοικιάζει ένα μικρό κομμάτι.
Όταν άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος, ο Αλέξανδρος Αντόνοβιτς και δύο αδελφοί του συμφώνησαν ότι, ως Ρώσοι, δεν θα σήκωναν χέρι εναντίον των δικών τους και δεν θα λάμβαναν μέρος στον εμφύλιο. Το 1918 ο Αλέξανδρος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε εκτέλεση, όμως την παραμονή της εκτέλεσης του επέτρεψαν να πάει στο σπίτι για να αποχαιρετήσει τους δικούς του. Ήδη ετοιμαζόταν να επιστρέψει το επόμενο πρωί στη φυλακή, αλλά το πρωί οι μπολσεβίκοι εκδιώχθηκαν από την πόλη από τους Λευκούς και η καταδίκη ακυρώθηκε από μόνη της.
Συνελήφθη ξανά το 1919 και φυλακίστηκε, βρίσκοντας παρηγοριά στην προσευχή. Το 1923 συνελήφθη από την ΟΓΠΟΥ, όμως απολύθηκε. Οι συλλήψεις και οι στερήσεις ενδυνάμωσαν την πίστη του. Το 1925 η σύζυγός του έγραφε ότι είχε προκόψει εξαιρετικά ηθικά και είχε αποκτήσει αληθινή ελευθερία. Το 1928 συνελήφθη και εγκαταστάθηκε στην πόλη Σίζραν. Το 1930 συνελήφθη και πάλι, έπασχε από φυματίωση και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο. Ο Αλέξανδρος Αντόνοβιτς εκοιμήθη την 1η Απριλίου 1931 στο νοσοκομείο της φυλακής. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε ερήμην στον καθεδρικό ναό της πόλης Σίζραν. Το 1937 εκτελέστηκαν σύγχρονοί του, μεταξύ των οποίων ο Αρχιεπίσκοπος Αυγουστίνος και ο Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης.
