Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ο δωδεκάχρονος Βίτος ζούσε στη Σικελία. Προικισμένος με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, είχε βαθιά πίστη στον αληθινό Θεό και προσευχόταν σε Αυτόν με συντριβή. Του δόθηκε, έτσι, η δύναμη να επιτελεί θαύματα, να θεραπεύει ασθένειες και να μεταστρέφει τους ανθρώπους στην αληθινή πίστη.
Ο κυβερνήτης Βαλεριανός, μαθαίνοντας για τη δράση του νέου αγίου, κάλεσε τον πατέρα του και τον διέταξε να απομακρύνει τον γιο του από τον χριστιανισμό. Εκείνος, οργισμένος, άρχισε να χτυπά τον Βίτο, ο οποίος, χωρίς να φοβάται τις απειλές, συνέχισε να ομολογεί την πίστη του. Ο άγιος κράτησε το πρόσωπο του Χριστού στην καρδιά και στα χείλη του, προσευχόμενος και λαμβάνοντας παρηγοριά από τον Κύριο.
Η οικογένειά του συνέχισε να επιδιώκει να τον επαναφέρει στον παγανισμό. Ο Βίτος απέρριπτε τα είδωλα ως άψυχα δημιουργήματα και έμενε αμετάκλητος στη γνώμη του. Όταν ο κυβερνήτης εξοργίστηκε με τη στάση του , ο πατέρας του, συντετριμμένος, προσπάθησε να τον σώσει.
Τελικά, ο άγιος οδηγήθηκε σε δίκη, όπου ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στον Χριστό, πράγμα για το οποίο υπέστη σφοδρά βασανιστήρια.
Ο κυβερνήτης, βλέποντας τα θαύματα του αγίου, συνέχισε να προσπαθεί να τον μεταστρέψει στην ειδωλολατρία, χωρίς ωστόσο να τα καταφέρνει. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, ο άγιος παρέμενε αβλαβής, γεγονός που ενίσχυε την οργή του αυτοκράτορα.
Τελικά, ο Άγιος Βίτος και ο δάσκαλός του Μόδεστος, μαζί με την Κρησκεντία, εκτελέστηκαν. Πριν από το θάνατό του, ο άγιος προσευχήθηκε για τη σωτηρία όλων των πιστών και ζήτησε από τον Θεό να δείξει έλεος.
Το σώμα του τάφηκε με τιμές, ενώ οι διδαχές και θαύματά του συνεχίζουν να εμψυχώνουν τους ανθρώπους έως σήμερα.
