Ο Όσιος Βάρβαρος υπήρξε ληστής. Συναισθανόμενος το βάρος των αμαρτιών του, μετανόησε και στράφηκε στον Χριστό. Εμπνευσμένος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, εγκατέλειψε την αμαρτωλή ζωή που έκανε και πλησίασε στην εκκλησία, όπου εξομολογήθηκε και αναγνώρισε την ενοχή του. Μετάνιωσε και ένιωσε βαθιά θλίψη για τις ληστείες και τους φόνους που είχε διαπράξει. Ταπεινώθηκε, τότε, και άρχισε να ζει σαν άγριο θηρίο, σέρνοντας τις παλάμες και τα γόνατά του στη γη. Πέρασε τρία χρόνια σε αυτή την κατάσταση, ενώ έπειτα απομονώθηκε στην έρημο για δώδεκα ολόκληρα έτη. Τρεφόταν με χόρτα και ζούσε γυμνός.
Με θεία αποκάλυψη, αναγνώρισε πως οι αμαρτίες του είχαν συγχωρεθεί και πως το μαρτύριό του θα τελείωνε. Μπλέκοντας σε έναν τυχαίο καυγά μεταξύ εμπόρων, χτυπήθηκε από ένα βέλος και σκοτώθηκε. Παραδίδοντας το πνεύμα του στον Θεό, ζήτησε από τους ανθρώπους που ήταν μπροστά να ενημερώσουν τον ιερέα για τον θάνατό του. Το σώμα του βρέθηκε και τάφηκε. Λίγο αργότερα άρχισαν να συντελούνται θαυματουργικές θεραπείες. Το άφθαρτο λείψανό του μεταφέρθηκε στην εκκλησία με μεγάλες τιμές, ενώ ο λαός δόξασε τον Θεό για το έλεος Του.
