Aρχιμανδρίτης
Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων της Περσίας, ο Άγιος Βαντίμ φυλακίστηκε μαζί με επτά μαθητές του. Έχοντας μεγαλώσει μέσα σε μια πλούσια οικογένεια, μοίρασε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς και έκτισε μια μονή, επιλέγοντας να ζήσει ενάρετα και με ταπείνωση. Ανέβηκε στο βουνό, σε μια έρημη τοποθεσία, όπου, ζητώντας την ευλογία του Κυρίου, άρχισε να ασκείται εν ειρήνη και προσευχή. Υπήρξε ακλόνιτη πηγή πίστης και ομολογίας στο πρόσωπο του Χριστού. Νουθετούσε και καθοδηγούσε πλήθος χριστιανών στον δρόμο της σωτηρίας.
Για τέσσερις μήνες, ο Άγιος Βαντίμ και οι μαθητές του υπέστησαν σφοδρούς ξυλοδαρμούς και υπέμειναν κάθε βασανιστήριο. Ο Νιρσάν, κυβερνήτης της πόλης Άρια, ήταν επίσης χριστιανός. Ωστόσο, τρομοκρατημένος από τους διωγμούς και τα βάσανα, απαρνήθηκε την πίστη του. Τότε, ο βασιλιάς Σαπόρ τον διέταξε να θανατώσει τον άγιο, προσφέροντάς του ως αντάλλαγμα ελευθερία και πλούτη.
Ο Νιρσάν, κρατώντας στο χέρι του το σπαθί, δίστασε, αρχικά, να σκοτώσει τον άγιο. Εκείνος τον προειδοποίησε για την αμαρτία που ήταν έτοιμος να επιτελέσει, καθώς και για τις συνέπειες που θα ακολουθούσαν, χωρίς, ωστόσο, να καταφέρει να τον μεταπείσει. Υπέμεινε τα βάσανα και δέχτηκε μαρτυρικό θάνατο.
Μετά την κοίμησή του, ο Νιρσάν αυτοκτόνησε, αδυνατώντας να αντέξει την ψυχική αγωνία της αμαρτίας του. Ο Άγιος Βαντίμ θανατώθηκε στις 8 Απριλίου. Το σώμα του τάφηκε κρυφά από ενάρετους ανθρώπους, που έχοντας δει το μαρτύριο θέλησαν να περιθάλψουν το λείψανό του. Οι μαθητές του παρέμειναν στη φυλακή για τέσσερα χρόνια.
Την ίδια ημέρα με την εορτή του Αγίου Βαντίμ τιμάται και η μνήμη των αγίων μαρτύρων: Δισάβα επισκόπου, Μαριάβα πρεσβυτέρου, Αυδίε και των άλλων 270 που υπέφεραν από τον Πέρση βασιλιά Σαπόρ, το 362-364 μ.Χ.
