Ιερομόναχος
Ο Άγιος Στέφανος (Κούσκοφ) γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1870 στην πόλη Βύσνι Βολοτσόκ, της επαρχίας Τβερ. Αφού τελείωσε το σχολείο, εντάχθηκε σε μια μοναστική κοινότητα, όπου υπηρέτησε ως ψάλτης, έως το 1898, όταν έγινε τελικά και ο ίδιος μοναχός.
Η πολιτική αναταραχή που ξεκίνησε μετά την επανάσταση του 1917 τον βρήκε στην πόλη Πετροπάβλοφσκ. Αποκομμένος από τη γενέτειρά του, άρχισε να διακονεί την Εκκλησία ως ψάλτης. Μετά την αποχώρηση του στρατού, μετακόμισε στην Κουμπάν, έως ότου επέστρεψε στην πατρίδα του. Εκεί υπηρέτησε στην εκκλησία του χωριού Νικόλσκογιε, στην περιοχή Μπελοοζέρσκι.
Με την πάροδο του χρόνου, οι διωγμοί κατά των πιστών και του κλήρου εντάθηκαν. Το 1934, μετά τη γιορτή του Πάσχα, ο άγιος πήγαινε από σπίτι σε σπίτι προκειμένου να κοινωνήσει τους πιστούς. Τότε απειλήθηκε πως θα συλλαμβάνονταν εάν συνέχιζε τη δράση του.
Το 1936, η σοβιετική κυβέρνηση ξεκίνησε μια νέα εκστρατεία ενάντια στην Ορθόδοξη Εκκλησία, κηνυγώντας και διώκοντας βάναυσα τους ιερείς.
Ο Άγιος Στέφανος συνελήφθη στις 7 Αυγούστου 1937. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, αρνήθηκε κάθε κατηγορία για αντεπαναστατική δραστηριότητα, υποστηρίζοντας πως πήγαινε στα σπίτια των πιστών προκειμένου να τελέσει ένα θρησκευτικό μυστήριο και όχι να συμμετάσχει στην αντισοβιετική προπαγάνδα. Παρ' όλα αυτά, συνέχισε να κατηγορείται αδίκως.
Στις 13 Σεπτεμβρίου, η ΝΚVD τον καταδίκασε σε θάνατο. Ο άγιος εκτελέστηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1937. Το 2000 έγινε η αγιοκατάταξή του από την ρωσική Εκκληασία, η οποία των αναγνώρισε ως νεομάρτυρα και ομολογητή της πίστης.
