Η Οσία Ποπλία διακονούσε την Εκκλησία της Αντιόχειας. Ήταν γνωστή για τον θεάρεστο και ευσεβή της βίο. Σε νεαρή ηλικία παντρεύτηκε και απέκτησε έναν γιο, τον Ιωάννη, ο οποίος έγινε ιερέας και διακρίθηκε για τη φρόνησή του.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, συγκέντρωσε γύρω της νεαρές παρθένες, που είχαν μείνει ορφανές. Όλες μαζί ζούσαν με εγκράτεια, προσευχή και νηστεία.
Μια μέρα, κατά τη διάρκεια του Όρθρου, έψαλαν δυνατά και έγιναν αντιληπτές από τους γύρω τους. Το γεγονός αυτό τράβηξε την προσοχή του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ο οποίος τις διέταξε να σωπάσουν. Η αγία συνέχισε να ψάλλει ανενόχλητη, έως ότου συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιόν του. Παρά τις απειλές, τον επέπληξε για την αθεΐα του και κήρυξε την αλήθεια του Ευαγγελίου. Τελικά, αφέθηκε ελεύθερη. Συνέχισε, έτσι, να δοξάζει τον Κύριο για το υπόλοιπο της ζωής της.
Σύντομα, παρέδωσε το πνεύμα της, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία πνευματική κληρονομιά.
