Αρχιεπίσκοπος
Ο Βασίλειος Κωνσταντίνοβιτς Ζβέρεφ γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1878 στην οικογένεια ενός ιερέα. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Ζβέρεφ, υπηρετούσε στην ενοριακή εκκλησία στα Βισνιάκι, κοντά στη Μόσχα, ενώ αργότερα διορίστηκε εφημέριος της Εκκλησίας του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι. Το 1895, ο Βασίλειος αποφοίτησε από το γυμνάσιο και εισήλθε στο Ιστορικό και Φιλολογικό Τμήμα της Σχολής του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Στη συνέχεια έγινε δεκτός στη Θεολογική Ακαδημία του Καζάν.
Το 1900, έλαβε το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Πέτρος, ενώ ακόμη χειροτονήθηκε ιερομόναχος. Το 1902 ήταν Υποψήφιος Θεολογίας. Μετά την αποφοίτησή του από την ακαδημία, διορίστηκε καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Οριόλ. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Εκκλησία του Πρίγκιπα Βλαντίμιρ στη Μόσχα. Έγινε ακόμη επιθεωρητής της Θεολογικής Σχολής του Νόβγκοροντ.
Τον Ιούνιο του 1909, διορίστηκε εφημέριος της Μονής Σπασο-Προεοβαζένσκι στο Μπέλεβ της Τούλας. Το 1910, ανέβηκε στον βαθμό του αρχιμανδρίτη. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, άνοιξε νοσοκομείο στη μονή. Τον Οκτώβριο του 1916, με εντολή της Αγίας Συνόδου, υπηρέτησε κοντά στον Επίσκομο Ευδόκιμο της Αλεούτιδας. Ωστόσο, γρήγορα έφυγε στο μέτωπο, όπου υπηρέτησε ως κήρυκας μέχρι την επανάσταση του 1917.
Το ίδιο έτος, διορίστηκε εφημέριος της Μονής της Κοιμήσεως του Τβερ, όπου συνελήφθη και κρατήθηκε όμηρος. Το 1919, χειροτονήθηκε επίσκοπος και εγκαταστάθηκε στη Μονή Πετσέρσκι του Νίζνι Νόβγκοροντ, όπου επέμεινε στην αυστηρή τήρηση του κανόνα της λειτουργίας.
Τον Μάιο του 1921, συνελήφθη, γεγονός που ξεσήκωσε μια απεργία μεταξύ των εργατών. Μετά την απελευθέρωσή του τον Ιανουάριο του 1922, άρχισε να υπηρετεί και πάλι την Εκκλησία. Το 1922, διορίστηκε Επίσκοπος Σταρίτσας, όπου επίσης υπηρετούσε ενεργά και βοηθούσε τους αναγκεμένους.
Το 1922, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε εξορία στο Τουρκμενιστάν, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Το 1924, επέστρεψε στη Μόσχα και διαχειρίστηκε την Επισκοπή Μόσχας. Το 1925, στάλθηκε στο Βορονέζ, όπου βοήθησε τον Μητροπολίτη Βλαντίμιρ.
Το 1926, εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Βορονέζ. Αντιστάθηκε επιτυχώς στο σχίσμα των Ανανεωτών, κρατώντας τους πιστούς στην αληθινή λατρεία του Θεού. Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 1926, συνελήφθη ξανά και καταδικάστηκε σε 10ετή φυλάκιση στο στρατόπεδο Σολοβέτσκυ.
Εκεί, υπηρέτησε στην εκκλησία ως εκπρόσωπος και επικεφαλής του ορθόδοξου κλήρου. Το 1929, αρρώστησε από τύφο και έχασε τη ζωή του στις 7 Φεβρουαρίου. Αρχικά τάφηκε σε ομαδικό τάφο, όμως σύντομα η σωρός του ανασύρθηκε και προσκυνήθηκε με όλους τους εκκλησιαστικούς τύπους.
Τα τίμια λείψανα του αγίου μάρτυρα Πέτρου βρέθηκαν στις 17 Ιουνίου 1999, ενώ η αγιοκατάταξή του έγινε το 2000.
