Ηγούμενος
Ο Άγιος Παΐσιος του Ούγκλιχ γεννήθηκε στο χωριό Μπογκορόντσκ, κοντά στην πόλη Κασίν. Ο πατέρας του, Ιωάννης Γαβρενέφ, υπηρετούσε τον πρίγκιπα Αντρέι Βασιλείεβιτς. Κατά την παιδική του ηλικία, έμαθε γραφή και άρχισε να επισκέπτεται την Ιερά Μονή Καλαζίν, όπου γνώρισε και αγάπησε τον μοναχικό βίο. Στην ηλικία των δέκα ετών, έμεινε ορφανός. Τον πήραν, τότε, και τον μεγάλωσαν στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος του Καλαζίν, όπου έγινε μοναχός και πήρε το όνομα Παΐσιος.
Υπό την καθοδήγηση του θείου του, Αγίου Μακαρίου, αναπτύχθηκε πνευματικά, εξασκώντας τις αρετές της υπακοής, της νηστείας και της προσευχής. Σύντομα, δέκα μοναχοί συγκεντρώθηκαν γύρω του, ιδρύοντας έτσι μια νέα μονή στην αριστερή όχθη του Βόλγα, εκεί όπου χτίστηκε μια ξύλινη εκκλησία προς τιμήν της Βαπτίσεως του Κυρίου. Ο Αρχιεπίσκοπος Ροστόφ, Τύχων, τον χειροτόνησε ιερέα, ενώ αργότερα εκλέχτηκε ηγούμενος της νέας μονής, την οποία διοίκησε με αυστηρότητα και φρόνιση.
Ο πρίγκιπας Αντρέι Βασιλείεβιτς υποστήριξε τη μονή, κάνοντας μεγάλες δωρεές. Το 1482, εγκαινίασε μια πέτρινη εκκλησία προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ακόμη, φρόντισε τους φυλακισμένους πρίγκιπες Ιωάννη και Δημήτριο, ενισχύοντας το πνεύμα τους και την πίστη τους στην επουράνεια Βασιλεία του Θεού.
Μεταξύ άλλων, του δόθηκε το χάρισμα των θαυμάτων. Με την προσευχή και την πίστη του θεράπευε τους ασθενείς και τους δαιμονισμένους. Κατά τη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο Ούγκλιτς, έβγαλε τη θαυματουργή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου σε λιτανεία, σταματώντας έτσι το κακό. Προσευχήθηκε επίσης κατά τη διάρκεια μιας πλημμύρας, αποτρέποντας το νερό να κατακλύσει τον ναό.
Ο Άγιος Παΐσιος ζούσε με ταπείνωση και υπακοή, αποτελώντας πρότυπο για τους αδελφούς του. Κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής του, συγκέντρωσε τους υπόλοιπους μοναχους και τους παρηγόρησε, ενώ ανέθεσε τη φροντίδα της μονής στον Μακάριο.
Κοιμήθηκε στις 6 Ιουνίου 1504. Την ταφή του ακολούθησε πλήθος θαυμάτων.
Το 1609, η μονή καταστράφηκε από κατακτητές, όμως αποκαταστάθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τις προσπάθειες των κατοίκων του Ούγκλιτς.
