Στην Αίγυπτο ζούσε ένας ληστής ονόματι Μωυσής, γέννημα Μούρου, ο οποίος, αφού διέπραξε φόνο, εκδιώχθηκε από τον κύριό του και έγινε αρχηγός ληστών. Διέπραξε πολλές κακίες, αλλά μια μέρα, καλούμενος από τον Θεό σε μετάνοια, άφησε τη ληστεία και ήρθε σε ένα μοναστήρι, όπου έγινε μοναχός, εκτελώντας υπακοές και χύνοντας δάκρυα μετανοίας.
Ο Μωυσής πήγε σε μια ερημική κελλιά, όπου μια φορά δέχθηκε επίθεση από ληστές. Τους νίκησε και τους έφερε στο μοναστήρι, όπου, με τη συμβουλή των πατέρων, τους απελευθέρωσε. Αυτό οδήγησε στη μετάνοια όχι μόνο αυτών των ληστών αλλά και άλλων που άκουσαν για την αλλαγή του.
Στο μοναστήρι, ο Μωυσής αγωνιζόταν με αμαρτωλές σκέψεις, πειραζόμενος από δαίμονες. Ζήτησε συμβουλή από τον Άγιο Ισίδωρο, ο οποίος τον δίδαξε νηστεία και εγκράτεια. Ακολουθώντας αυτή τη συμβουλή, ο Μωυσής άρχισε να περνά τις νύχτες του σε προσευχή και αγρυπνία, αλλά οι πειρασμοί δεν τον άφηναν. Συνεχώς αγωνιζόταν ενάντια στις σαρκικές επιθυμίες και, τελικά, απέκτησε ειρήνη και ελευθερία από τα πάθη.
Μετά από πολλά χρόνια αγώνα, ο Μωυσής χειροτονήθηκε ιερέας. Έμεινε ταπεινός, ακόμη και όταν τον υποτιμούσαν. Στο τέλος της ζωής του, προφητεύοντας την έλευση των βαρβάρων, έμεινε με μερικούς μοναχούς που επίσης δεν έφυγαν. Οι βάρβαροι τον σκότωσαν και έξι μοναχούς, αλλά δοξάστηκε ως μάρτυρας.
Έτσι τελείωσε η ζωή του Οσίου Μωυσή του Μούρου, ο οποίος, μετανοώντας, έγινε δούλος του Θεού και αξιώθηκε του στεφάνου της δόξας.
