Πρεσβύτερος
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Μιχαήλ Πέτροβιτς Πλιασέφσκι γεννήθηκε την 1η Νοεμβρίου 1862 στο χωριό Βορονίτσι, στην περιφέρεια Ιγκουμένσκι της επαρχίας Μινσκ. Ανήκε στην οικογένεια κληρικών, με μεγάλη παράδοση και παρουσία στην Εκκλησία. Έχοντας ολοκληρώσει τη φοίτησή του στη Θεολογική Σχολή, παρακολούθησε το Θεολογικό Σεμινάριο. Μετά την αποφοίτησή του το 1890, χειροτονήθηκε ιερέας.
Το 1893 διορίστηκε προϊστάμενος του Ναού της Αγίας Σκέπης στο χωριό Πογορέλογιε, στην περιφέρεια Ιγκουμένσκι της επαρχίας του Μινσκ. Υπηρετώντας εκεί επί 19 χρόνια, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στη σωτηρία του ποιμνίου του. Τα θερμά κηρύγματά του και ο πνευματικά υψηλό τους βίος κέρδισαν την αγάπη και τον σεβασμό όλων όσοι τον γνώριζαν.
Το 1912 μετατέθηκε στο χωριό Σάτσκ, στην περιφέρεια Ιγκουμένσκι, όπου διορίστηκε προϊστάμενος του Ιερού Ναού του Αγίου Προφήτη Ηλία. Εκεί κέρδισε και πάλι τη συμπάθεια των ανθρώπων. Στις 25 Ιουνίου 1914 εξελέγη αντιπρόσωπος με τριετή θητεία στο επισκοπικό συνέδριο.
Μετά την άνοδο των Μπολσεβίκων, άρχισε να διώκεται από τις αρχές και να συλλαμβάνεται διαρκώς με ψευδείς κατηγορίες. Κατά τα έτη 1929–1930 κρατήθηκε στη φυλακή. Το 1932 υπέμεινε μια νέα ανακριτική διαδικασία που διήρκησε τρεις μήνες. Το 1933 συνελήφθη για τρεις εβδομάδες. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, ο π. Μιχαήλ παρέμεινε πιστός, αρνούμενος να συμβιβάσει τη συνείδησή του. Σύντομα ο Ναός του Αγίου Προφήτη Ηλία έκλεισε και ο άγιος αναγκάστηκε να τελεί τις Ιερές Ακολουθίες κατ’ οίκον. Συγκέντρωσε, ακόμη, τις υπογραφές των πιστών για να διεκδικήσει την επαναλειτουργία του ναού. Κατά την Πανενωσιακή Απογραφή του 1937, παρότρυνε τους κατοίκους του Σάτσκ να μη φοβούνται τη σοβιετική εξουσία, αλλά να δηλώνουν με θάρρος την πίστη τους.
Ο π. Μιχαήλ συνελήφθη για τελευταία φορά στις 17 Ιουλίου 1937, κατηγορούμενος για αντισοβιετική και αντεπαναστατική δραστηριότητα. Κρατήθηκε στις φυλακές της NKVD στο Τσερβέν. Υπομένοντας τα βασανιστήρια, αρνήθηκε έως τέλους να απεκδυθεί την ιερατική του ιδιότητα, ενώ ακόμη κατήγγειλε με τόλμη τη βαρβαρότητα του αθεϊστικού καθεστώτος. Στις 12 Αυγούστου 1937, καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με τον Ιωάννη Βορόντς και τον εκκλησιαστικό επίτροπο Αλέξανδρο Σπακόφσκι. Η εκτέλεσή του έγινε στις 19 Αυγούστου 1937.
Την 21η Μαρτίου 1989 η μνήμη του αποκαταστάθηκε. Στις 28 Οκτωβρίου 1999, ξεκίνησε από την Ιερά Σύνοδο της Λευκορωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας η τίμησή του ως αγίου. Τον Αύγουστο του 2000, κατά τη Σύνοδο των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, έγινε και η επισήμως η αγιοκατάταξή του μεταξύ των νεομαρτύρων.
