Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κλαυδίου, ένας ευγενής άνδρας ονόματι Μαρίνος ήρθε από την Περσία στη Ρώμη, μαζί με τη γυναίκα του Μάρθα και τους δύο γιους τους, Αυδίφαξ και Αυακούμ, προκειμένου να προσκυνήσουν τους τάφους των Αγίων Αποστόλων. Άρχισαν, τότε, να επισκέπτονται τους Χριστιανούς που κρατούνταν στις φυλακές και να θάβουν τα σώματα των ανθρώπων που μαρτύρησαν για τον Χριστό. Μαθαίνοντας για την εκτέλεση 260 χριστιανών, ο Άγιος Μαρίνος και η οικογένειά του ανέσυραν μυστικά τα σώματα των μαρτύρων από τη φωτιά και τα έθαψαν σε μια σπηλιά.
Ο αυτοκράτορας διέταξε τότε τον εντοπισμό και τη σύλληψή τους. Ωστόσο, οι άγιοι παρέμειναν καλά κρυμμένοι. Συνάντησαν άλλους χριστιανούς, που συγκεντρώνονταν προσευχόμενοι στο όνομα του Χριστού, και ενώθηκαν μαζί τους.
Μαθαίνοντας για την ύπαρξη της μικρής αυτής ομάδας ανθρώπων, ο αυτοκράτορας οργίστηκε και διέταξε τη σύλληψη όλων, συμπεριλαμβανομένων του Αγίου Μαρίνου και της οικογένειάς του. Οδηγήθηκαν, έτσι, ενώπιον του δικαστή Γελάσιου, ο οποίος τους καταδίκασε σε θάνατο, για την άρνησή τους να προσκυνήσουν τα είδωλα.
Οι άγιοι μάρτυρες, παρά τα σκληρά βασανιστήρια, παρέμειναν αμετακίνητοι στην πίστη τους. Ρίχτηκαν στα άγρια θηρία, τα οποία ημέρευαν στην όψη τους και αρνούνταν να τους επιτεθούν. Ρίχτηκαν ακόμη στη φωτιά, η οποία ωστόσο δεν έκαιγε τα σώματά τους.
Τελικά, αποκεφαλίστηκαν όλοι, εκτός από την Αγία Μάρθα, η οποία πνίγηκε στον ποταμό.
