Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός γεννήθηκαν στην αρχαία Ρώμη από τους ίδιους γονείς. Μεγάλωσαν με ευσέβεια και διδάχτηκαν την επιστήμη της ιατρικής. Φρόντιζαν και θεράπευαν τις ασθένειες των ανθρώπων χωρίς να λαμβάνουν καμία αμοιβή, πράγμα για το οποίο ονομάστηκαν "ανάργυροι". Αρχή της ζωής τους ήταν η πίστη τους στον Χριστό και η αγάπη τους για το πρόσωπο του Θεού-πατέρα.
Συκοφαντήθηκαν από τους ανθρώπους που τους μισούσαν και κλήθηκαν στη Ρώμη, προκειμένου να παρουσιαστούν και να λογοδοτήσουν ενώπιον του αυτοκράτορα. Εκείνος απαίτησε να αρνηθούν τον Χριστό και να αναγνωρίσουν τους θεούς των ειδωλολατρών. Οι άγιοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά. Όταν ο αυτοκράτορας άρχισε να τους απειλεί, εκείνοι θέλησαν να τον συνετίσουν επικαλούμενοι τον Θεό, τη σοφία και τη δύναμή Του.
Ξαφνικά, ο τράχηλος στον λαιμό του αναστράφηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να γυρίσει το κεφάλι του. Φόβος κατέλαβε τόσο τον ίδιο τον αυτοκράτορα όσο και πολλούς από όσους ήταν μάρτυρες στο γεγονός. Μετανόησε ενώπιον όλων και ομολόγησε δημόσια την πίστη του στον Χριστό. Έτσι, θεραπεύτηκε αμέσως, ενώ οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός αφέθηκαν ελεύθεροι.
Επιστρέφοντας στο χωριό τους στη Ρώμη, συνέχισαν το θεάρεστο έργο τους. Ο καθημερινός μόχθος και οι αδιάλειπτοι πνευματικοί τους αγώνες τους κατέστησαν πρότυπα αγιοσύνης.
Τελείωσαν τον βίο τους οσιακά, όταν ένας γιατρός ζήλεψε το χάρισμά τους και θέλησε να τους εκδικηθεί. Τους παρέσυρε σε ένα απόμερο σημείο ψηλά στο βουνό, τους θανάτωσε και έριξε τα σώματά τους σε ένα ποτάμι. Ωστόσο, χάρη στη Θεία πρόνοια, τα ιερά λείψανά τους βρέθηκαν αρκετό καιρό μετά άφθαρτα και τάφηκαν με τιμές από τους πιστούς.
Με τον θεάρεστο βίο τους και το μαρτυρικό τους τέλος οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός κέρδισαν την επουράνια Βασιλεία του Κυρίου.
