Ο Άγιος Κωνσταντίνος, απόγονος του ισαποστόλου πρίγκιπα Βλαδίμηρου, ήρθε στην πόλη της Μούρωμ το 1192. Στην πόλη αυτή κατοικούσαν φανατικοί ειδωλολάτρες, οι οποίοι είχαν αποτρέψει με τη βία κάθε προσπάθεια εκχριστιανισμού της περιοχής. Ο Κωνσταντίνος, μαζί με τους γιους του Μιχαήλ και Θεόδωρο, πολέμισε για την πίστη του στον Χριστό. Στον αγώνα αυτό έχασε τον γιο του Μιχαήλ, κέρδισε όμως τη μάχη. Μετά τη νίκη, ο Κωνσταντίνος έκτισε την πρώτη εκκλησία προς τιμήν της Ευαγγελίστριας Υπεραγίας Θεοτόκου, ενώ πλήθος ανθρώπων βαπτίστηκαν χριστιανοί. Πέρασε τη ζωή του με αληθινή και βαθιά πίστη στον Χριστό, φροντίζοντας τους φτωχούς και τα ορφανά. Ο θάνατός του προκάλεσε μεγάλη θλίψη στον λαό. Η ταφή του έγινε κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας, όπου είχαν δημιουργηθεί και τα μνήματα των γιων του.
Αργότερα, ο Πρίγκιπας Γεώργιος Γιαροσλάβιτς αναστήλωσε την εκκλησία. Άρχισαν τότε να συμβαίνουν στους τάφους των αγίων θαύματα, που επιβεβαίωναν την οσιακή τους παρουσία. Το 1553, ο Τσάρος Ιβάν Βασιλέιεβιτς, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη, υποσχέθηκε να ιδρύσει εκεί μια μονή και να χτίσει μια πέτρινη εκκλησία. Κατά την περίοδο των ανασκαφών, ανακαλύφθηκαν τα άφθαρτα λείψανα των αγίων πριγκίπων. Η εκκλησία αγιάστηκε και κοντά της ιδρύθηκε μοναστήρι, στο οποίο συνεχίζουν έως σήμερα να συμβαίνουν θαύματα.
Την ίδια μέρα τιμάται η μνήμη του Οσίου Κασσιανού του Έλληνα και Θαυματουργού του Ούγκλιχ, ο οποίος κοιμήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1504.
