Ο Απόστολος Ιούδας ήταν αδελφός του Αποστόλου Ιακώβου. Προερχόταν από τη φυλή του Δαβίδ και του Σολομώντα. Γεννήθηκε στη Ναζαρέτ από τον δίκαιο Ιωσήφ.
Ο Ιούδας ο "Αδελφόθεος" θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο να ονομάζεται αδελφός του Κυρίου, παρά το γεγονός πως είχαν μεγαλώσει κοντά στον ίδιο πατέρα. Ωστόσο, όπως μαρτυρεί ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, δεν πίστευε αρχικά στον Χριστό και στην έλευσή του ως Μεσσία.
Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο απόστολος άρχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιο, ταξιδεύοντας στην Ιουδαία, τη Γαλιλαία, τη Σαμάρεια, την Ιδουμαία, την Αραβία, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Ήρθε στην πόλη της Έδεσσας, όπου ολοκλήρωσε το έργο ενός εκ των εβδομήκοντα αποστόλων. Κήρυξε επίσης στην Περσία και συνέταξε πλήθος επιστολών, με τις οποίες προειδοποιούσε τους πιστούς για τις αμαρτίες και την ασέβειά τους, καλώντας τους σε έναν ενάρετο και θεάρεστο βίο.
Αφού απομάκρυνε πολλούς ανθρώπους από την ειδωλολατρία, συνελήφθη από τους ιερείς και, μετά από πολλά βασανιστήρια, σταυρώθηκε.
Η μνήμη του τιμάται στις 19 Ιουνίου.
