Κατά τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του αυτοκράτορα Δέκιου, εκδόθηκε διάταγμα για τη στρατολόγηση των νέων ανδρών. Στο νησί της Χίου ζούσε τότε και ο Άγιος Ισίδωρος, ένας νέος και ενάρετος χριστιανός, ο οποίος κλήθηκε στο τάγμα του Νουμέριου. Σύντομα ο αυτοκράτορας διέταξε να λατρεύονται μονο οι ρωμαϊκοί θεοί, ξεκινώντας, έτσι, τον διωγμό εναντίον των χριστιανών.
Ο εκατόνταρχος Ιούλιος γνώριζε τη χριστιανική πίστη του Αγίου Ισιδώρου και ενημέρωσε τον Νουμέριο, ο οποίος διέταξε τη σύλληψή του. Ο Ισίδωρος ομολόγησε την πίστη του και αρνήθηκε να προσφέρει θυσίες στα είδωλα, παραδίδοντας τον εαυτό του στα βασανιστήρια. Ανέχθηκε με θάρρος κάθε εξευτελισμό και ταπείνωση, επιμένοντας πως ο μόνος Θεός που αναγνώριζε ήταν αυτός που έβλεπε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Ο κυβερνήτης διέταξε να του κόψουν τη γλώσσα, όμως ο Ισίδωρος συνέχισε να δοξάζει τον Χριστό. Τελικά, καταδικάστηκε σε αποκεφαλισμό. Πριν από τον θάνατό του προσευχήθηκε, αποδεχόμενος τον μαρτυρικό του θάνατο.
Το σώμα του αγίου έμεινε άταφο, έως ότου ένας από τους φίλους του, ο Αμμώνιος, το ανέσυρε και το έθαψε κρυφά από τις αρχές. Αργότερα, τα λείψανά του βρέθηκαν από μια ευσεβή γυναίκα, τη Μυρόπεια. Τοποθετήθηκαν σε μια εκκλησία και συντέλεσαν με τη χάρη τους πλήθος θαυμάτων. Προς τιμήν του Αγίου Ισιδώρου, ανεγέρθηκε ναός ενώ ορίστηκε από την εκκλησία η ημέρα εορτασμού της μνήμης του.
