Ο Όσιος Ιερόθεος γεννήθηκε το 1686 στην Καλαμάτα της Πελοποννήσου. Οι γονείς του ήταν ευγενείς και του έδωσαν σπουδαία ανατροφή. Από μικρή ηλικία αγαπούσε τη μάθηση και αφιέρωνε τον χρόνο του στη μελέτη, αποφεύγοντας τις συνήθεις παιδικές διασκεδάσεις. Διάβαζε, ακόμη, την Αγία Γραφή και τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας.
Όταν αποφάσισαν να τον παντρέψουν, εκείνος, θέλοντας να αφιερωθεί σε έναν μοναχικό βίο, προσευχήθηκε στον Θεό για να τον βοηθήσει. Μετά τον θάνατο των γονιών του, εγκατέλειψε τον κόσμο και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου μαθήτευσε κοντά σε έναν ερημίτη.
Αργότερα, εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Συνέχισε την εκπαίδευσή του στη Βλαχία και χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Σόφιας, Αυξέντιο. Έπειτα, επέστρεψε στον Άθω και έζησε ασκούμενος με αυστηρότητα, νηστεύοντας και κάνοντας προσευχή. Συγκέντρωσε, έτσι, γύρω του πλήθος πιστών, που αναγνώρισαν την αγιοσύνη και τη χάρη της προσωπικότητάς του.
Αφού έγινε ιερομόναχος, άρχισε να ασκείται ακόμη πιο αυστηρά. Μοίραζε στους φτωχούς ό,τι διέθεται και ζούσε απομονωμένος.
Προς το τέλος της ζωής του, έχοντας προαισθανθεί τον επερχόμενο θάνατό του, αποσύρθηκε σε ένα ακατοίκητο νησί, τη Γιούρα. Εκεί παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο στις 13 Σεπτεμβρίου 1745.
Οι μαθητές του έθαψαν το σώμα του, ενώ τρία χρόνια αργότερα, ο ιερομόναχος Μελέτιος ανέσυρε τα ιερά λείψανά του, τα οποία φυλάχθηκαν στο Άγιον Όρος.
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου στις 13 Σεπτεμβρίου.
