Ο Άγιος Μάρτυρας Ιάκωβος (κατά κόσμον Ιάκωβος Ιβάνοβιτς Μασκάεβ) γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1879 στην πόλη Ουράλσκ, σε μια οικογένεια αγροτών. Το 1901 αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Όρενμπουργκ και χειροτονήθηκε ιερέας. Κήρυξε ενεργά και έχτισε μια νέα εκκλησία στο χωριό Ζομπόβο. Το 1905 τιμήθηκε για το έργο του, ενώ το 1909 έχτισε το κτήριο του εκκλησιαστικού σχολείου.
Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου συγκέντρωσε δωρεές για τις ανάγκες του στρατού. Το 1923 προτάθηκε για τη θέση του μητροπολίτη του Όρσκ, όμως αρνήθηκε τον τίτλο, ισχυριζόμενος πως είχε καθήκον να παραμείνει ενεργός και να φροντίζει τα ορφανά. Μετά τη μοναχική του κουρά πήρε το όνομα Ιάκωβος και χειροτονήθηκε επίσκοπος.
Υπηρετούσε στη μητρόπολη Όρενμπουργκ, έως ότου ξεκίνησαν οι διωγμοί. Το 1925 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια εξορίας. Μετά την απελευθέρωσή του, συνέχισε να υπηρετεί την Εκκλησία. Ωστόσο, το 1930 συνελήφθη ξανά και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Το 1932 στάλθηκε σε εξορία στα Ουράλια, όπου περέμεινε για τρία χρόνια. Το 1933 διορίστηκε στη μητρόπολη Μπαρναούλ, όπου κέρδισε την αγάπη του ποιμνίου του με το θάρρος και τον χαρισματικό του λόγο. Το 1936 συνελήφθη ξανά, κατηγορούμενος για αντεπαναστατική δραστηριότητα.
Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιάκωβος διατήρησε την αξιοπρέπειά του, παραμένοντας, κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, αμετακίνητος στην πίστη του. Ο ίδιος δήλωσε με θάρρος την αθωότητά του. Η ζωή του ήταν γεμάτη από δοκιμασίες, τις οποίες υπερέβαινε πάντοτε, αποτελώντας έως σήμερα σύμβολο σταθερότητας και αφοσίωσης στο πρόσωπο του Χριστού.
