Ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος ήταν γιος ευκατάστατων και ευσεβών γονέων, οι οποίοι τον ανέθρεψαν με πίστη στον Χριστό και στην εκκλησία. Γεννήθηκε στη Βηρυττό, στους πρόποδες των βουνών του Λιβάνου.
Ξεκινώντας την πορεία του στη στρατιωτική υπηρεσία, ο Άγιος Γεώργιος διακρίθηκε από τους άλλους στρατιώτες για την ευφυΐα, την ανδρεία και την ομορφιά της προσωπικότητάς του. Ανερχόμενος διαρκώς στην ιεραρχεία, έφτασε να γίνει το δεξί χέρι του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, φανατικού υποστηρικτή των θεών των ρωμαίων.
Ακούγοντας για την απόφαση του αυτοκράτορα να διώξει τους χριστιανούς, ένιωσε βαθιά συμπόνια. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, απελευθέρωσε τους δούλους του και εμφανίστηκε ενώπιον του Διοκλητιανού, ασκώντας του με θάρρος κριτική για τη σκληρότητά του. Ο λόγος του ήταν στιβαρός και γεμάτος επιχειρήματα, που αντιτάσσονταν στην αυτοκρατορική διαταγή.
Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να πειστεί ο άγιος να απαρνηθεί τον Χριστό, δόθηκε η διαταγή να τον βασανίσουν. Ρίχτηκε στη φυλακή, όπου υπέμεινε πολλές ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς. Ωστόσο, δεν έχασε ποτέ την πίστη του και δεν έπαψε ποτέ να δοξάζει τον Θεό.
Τελικά, ο αυτοκράτορας διέταξε την αποκεφάλισή του. Έτσι, ο άγιος αναπαύθηκε εν Κυρίω το 303 στη Νικομήδεια.
Για το θάρρος και την πνευματική του νίκη επί των βασανιστηρίων, καθώς και για τη θαυματουργική βοήθεια που προσέφερε στους ανθρώπους που ήταν σε κίνδυνο, ο Άγιος Γεώργιος ονομάστηκε Τροπαιοφόρος. Τα λείψανά του τοποθετήθηκαν στην παλαιστινιακή πόλη Λύδδα, ενώ η τιμία κάρα του φυλάσσεται στην Ρώμη, σε ναό αφιερωμένο στον ίδιο.
