Πρεσβύτερος
Την περίοδο της βασιλείας του Διοκλητιανού, ξεκίνησε μεγάλος διωγμός κατά των χριστιανών. Ο κόμης Πατρίκιος ήρθε στην περιοχή της Λαοδίκειας, όπου ο Επίσκοπος Σισσίνιος, μαζί με τον Άγιο Αρτέμωνα είχαν κάψει τα είδωλα στον ναό της Άρτεμης. Όταν ο Πατρίκιος έφτασε στην πόλη, πρόσφερε θυσία στον Απόλλωνα και απαγόρευσε αυστηρά την άσκηση του χριστιανισμού. Έπειτα, όταν θέλησε να προσφέρει θυσία στη θεά, ανακάλυψε πως ο ναός της είχε βεβηλωθεί. Αποφάσισε, τότε, να εκτελέσει τους χριστιανούς που ευθύνονταν για την καταστροφή. Ωστόσο, νόσησε βαριά, πράγμα που θεώρησε πως οφειλόταν στη δύναμη του Τριαδικού Θεού. Έτσι, αφού ανάρρωσε, μετέβη στην Καισάρεια, όπου συνάντησε τον Άγιο Αρτέμωνα.
Ο άγιος, υπομένοντας κάθε ταπείνωση που του επιβλήθηκε, έμεινε αμετακίνητος, δείχνοντας εμπιστοσύνη στον Κύριο. Είχε το χάρισμα των θαυμάτων. Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, σκότωσε θαυματουργικά δυο φίδια στον ναό του Ασκληπιού. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη σύλληψη και τον βασανισμό του. Ο Πατρίκιος, αρνούμενος μετά μανίας να αναγνωρίσει τη δύναμη του Χριστού, συνέχισε να εκδικείται τον άγιο. Για την αμετανοησία του τιμωρήθηκε σκληρά, πέφτοντας μέσα σε ένα καζάνι με καυτή πίσσα, όπου και πέθανε. Ο Άγιος Αρτέμων συνέχισε να κηρύττει και να βαπτίζει τους ανθρώπους στο όνομα του Ιησού Χριστού, μεταστρέφοντας τους ειδωλολάτρες. Μεταξύ αυτών ήταν και ο ιερέας Βιτάλιος.
Ο άγιος έλαβε εντολή από τον Θεό να εγκαταλείψει την πόλη και να μεταβεί στην Ασία, όπου συνέχισε να θεραπεύει και να φέρνει τους ανθρώπους πίσω στον χριστιανισμό. Στο τέλος της ζωής του, συνελήφθη από ειδωλολάτρες και, αποδεχόμενος τον μαρτυρικό του θάνατο, αναπαύθηκε εν ειρήνη, λαμβάνοντας στέφανο αγιοσύνης για τη βαθιά του πίστη.
