Ιερομόναχος
Ο Άγιος Ανδρόνικος (Σουρίκοφ) γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1885 σε ένα χωριό της επαρχίας Βολοκολάμσκ της Μόσχας. Ανήκε στην οικογένεια ενός αγρότη, του Ιβάν Σουρίκοφ. Κατά το βάπτισμα πήρε το όνομα Αντρέι. Φοίτησε σε σχολείο της ενορίας. Το 1902, εισήλθε στη Μονή Λουζέτς Μοζάισκ. Το 1916, κλήθηκε στο μέτωπο και άρχισε να υπηρετεί ως στρατιώτης. Το 1918, απολύθηκε, επέστρεψε στη μονή και άρχισε τον ασκητικό του βίο με το όνομα Ανδρόνικος.
Το 1920 μεταφέρθηκε στη Μονή Σιμόνοβ της Μόσχας, όπου στις 20 Δεκεμβρίου χειροτονήθηκε και έγινε ιεροδιάκονος. Το 1924 βραβεύτηκε για τη δράση του και το 1928 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Μετά το κλείσιμο του μοναστηριού το 1929, άρχισε να υπηρετεί στην Εκκλησία της Κοιμήσεως στην Κρουτίτσα, έως τις 28 Δεκεμβρίου 1930, όταν συνελήφθη κατηγορούμενος για αντισοβιετική δραστηριότητα.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1930, κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, ο άγιος δήλωσε πως δεν είχε αποτελέσει ποτέ μέλος πολιτικών κομμάτων και πως ζούσε απομονωμένος. Καταδικάστηκε, ωστόσο, σε τρία χρόνια εξορίας. Μετά την έκτιση της ποινής του εργάστηκε στην πόλη Πινέγκα. Το 1934, επέστρεψε στην πατρίδα του στο χωριό Ογρυζκόβο.
Στις 27 Νοεμβρίου 1935, ο Επίσκοπος Βολοκολάμσκ Ιωάννης τον διόρισε ψάλτη στην Εκκλησία του Νικολάου στο χωριό Χολμέτς. Στις 24 Νοεμβρίου 1937, συνελήφθη με κατηγορίες για υπονόμευση της εργασιακής πειθαρχίας και διεξαγωγή θρησκευτικών συζητήσεων. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως δεν συμμετείχε ποτέ σε αντισοβιετική προπαγάνδα, ούτε και εξύμνησε τον τσαρισμό.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1937, η τριάδα του ΝΚVD τον καταδίκασε σε δέκα χρόνια φυλάκισης σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων. Τον Μάρτιο του 1938, κατηγορήθηκε εκ νέου. Σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές, ο άγιος θεωρούσε τις διώξεις παράνομες και είχε αναπτύξει μυστική δραστηριότητα. Στις 31 Μαρτίου 1938, η τριάδα του ΝΚVD όρισε την εκτέλεσή του, η οποία έγινε στις 22 Σεπτεμβρίου 1938. Το σώμα του τάφηκε σε κοινό άγνωστο τάφο.
