Ο Όσιος Ακάκιος γεννήθηκε περί το έτος 1633 στο χωριό Γκόλιτσα της Ηπείρου από ευσεβείς γονείς. Κατά το άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, σε νεαρή ηλικία, ανέλαβε τη φροντίδα της οικογένειάς του. Από τα νεανικά του χρόνια έδειχνε αγάπη προς τον Θεό, επισκεπτόμενος συχνά τον ναό και επιδιώκοντας την ευαγγελική ζωή.
Όταν η μητέρα του τού πρότεινε να παντρευτεί, εκείνος αρνήθηκε, επιθυμώντας να διαφυλάξει την αγνότητα και να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό. Σε ηλικία είκοσι τριών ετών αποσύρθηκε στη Μονή Σουροβίας, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Την πρώτη νύχτα μετά την κουρά του αξιώθηκε θείας οπτασίας, που προμήνυε τη μελλοντική ενάρετη ζωή του.
Επιζητώντας την ησυχία, ο Ακάκιος αποσυρόταν συχνά σε έρημα μέρη για προσευχή και νηστεία, τρεφόμενος με άγρια χόρτα. Οι αδελφοί, ανήσυχοι για τον τρόπο ζωής του, τον συμβούλευαν να επιστρέψει στη συμβίωση μαζί τους, αλλά εκείνος προτίμησε να μεταβεί στο Άγιον Όρος, όπου αναζητούσε πνευματική καθοδήγηση από τους γέροντες.
Εγκατασταθείς στα Καυσοκαλύβια, ο Ακάκιος ζούσε σε αδιάλειπτη προσευχή και νηστεία, καταπονώντας το σώμα του. Σύντομα αξιώθηκε του χαρίσματος της νοεράς προσευχής και θεϊκών αποκαλύψεων. Το πρόσωπό του άρχισε να ακτινοβολεί τη χαρά του Αγίου Πνεύματος και πολλοί προσέρχονταν σε αυτόν για συμβουλή.
Καθώς διαδιδόταν η φήμη της αγίας ζωής του, άρχισαν να προσέρχονται μαθητές, χτίζοντας κελιά κοντά στο σπήλαιό του. Ο Ακάκιος τους δίδασκε την ευαγγελική ακτημοσύνη και τη νηστεία, ενώ ο ίδιος περνούσε τις ημέρες του στην προσευχή και στην κατασκευή ξύλινων κουταλιών. Η ζωή του ήταν γεμάτη πνευματικούς αγώνες, και συχνά δεχόταν επιθέσεις από δαίμονες, οι οποίοι όμως δεν μπορούσαν να τον νικήσουν.
Ο Ακάκιος εκοιμήθη εν Κυρίω στις 12 Απριλίου 1730, σε ηλικία ενενήντα οκτώ ετών, αφού είχε προαναγγείλει την κοίμησή του. Η αγία ζωή και οι κόποι του συνεχίζουν να εμπνέουν πολλούς πιστούς.
