Ο Άγιος Ακάκιος έζησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μαξιμιανού, την περίοδο του τρίτου διωγμού κατά των Χριστιανών. Η καταγωγή του ήταν από την Καππαδοκία. Ήταν στρατιώτης και κατείχε τον βαθμό του εκατόνταρχου. Υπηρετούσε στο τάγμα των Μαρτισίων, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Φίρμου.
Ο τελευταίος κάλεσε μια μέρα τους στρατιώτες του και τους ρώτησε σχετικά με την πίστη τους. Όταν ο Ακάκιος δήλωσε πως είναι Χριστιανός, ο Φίρμος προσπάθησε να τον αναγκάσει να πιστέψει στα είδωλα. Ωστόσο, εκείνος παρέμεινε αμετακίνητος. Δόθηκε τότε διαταγή να τον αλυσοδέσουν και να τον στείλουν στον στρατιωτικό διοικητή Βιβιανό.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο Ακάκιος επιβεβαίωσε την πίστη του και εξήγησε πως το ίδιο το όνομά του δηλώνει την αθωότητά του. Μίλησε για το έλεος του Θεού και υποστήριξε πως οι βασιλιάδες έχουν ισχύ όχι επειδή αυτή είναι η θέληση των ειδώλων, αλλά επειδή το φροντίζει η πρόνοια του Κυρίου. Ο Βιβιανός, έκπληκτος από τη σοφία που έδειχνε ο Ακάκιος, προσπάθησε να τον κάνει να απαρνηθεί την πίστη του. Ο άγιος, όμως, παρέμεινε αμετακίνητος.
Υπήρξε θύμα σφοδρών βασανιστηρίων. Ωστόσο, δεν απαρνήθηκε ποτέ τον Χριστό. Προσευχόταν και λάμβανε παρηγοριά από τους αγίους. Μετά από επτά ημέρες στη φυλακή, συνέχιζε να ομολογεί την πίστη του και να θεραπεύεται θαυματουργικά από τις πληγές του.
Ο στρατηγός Βιβιανός, μη μπορώντας να κατανοήσει την αντοχή του, τον έστειλε στον κυβερνήτη Φλάκκο. Εκείνος, βλέποντας την αφοσίωση του αγίου, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Πριν από την εκτέλεση, ο Ακάκιος προσευχήθηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το δώρο του μαρτυρίου.
Το σώμα του τάφηκε με τιμές, κατά το 303 μ.Χ., στον ίδιο τόπο της εκτέλεσης. Τα λείψανά του φυλάσσονταν σε ναό κτισμένο από τον Μέγα Κωνσταντίνο.
